Παρασκευή, 22 Φεβρουαρίου 2013

Ο Μιχαλάκης, ο Μεχμέτ και η Φροσάρα η Αλατσατιανή

Σήμερα θα μοιραστώ μαζί σας μια ιστορία πραγματική. Μια ιστορία αγάπης, έρωτα και φιλίας που εκτυλίχθηκε στις αρχες του προηγούμενου αιώνα στο Σιβρισάρι και τα Αλάτσατα της Ερυθραίας της Μικράς Ασίας και που μέσα από αυτήν γεννήθηκε κι ένα επίθετο... ένα επίθετο που συνοδεύει ακόμη και σήμερα τα επίσημα έγγραφα ταυτότητας των μελών μιας οικογένειας. Ας τα πάρουμε όμως τα πράγματα από την αρχή..
Στο Σιβρισάρι ζούσε ένας νέος όμορφος, έλεγε η γιαγιά μου, και "θεωρητικός".. ο Μιχαλάκης ο Σκευοφύλαξ. Ο Μιχάλης ήταν πολύ καλό παιδί, φιλότιμος, εργατικός και πάνω από όλα δίκαιος! Δεν αδικούσε ποτέ κανέναν και γινότανε θεριό ανήμερο αν κάποιος προσπαθούσε να αδικήσει κάποιον άλλον ή κι εκείνον τον ίδιο. Ήταν επίσης πολύ καλός φίλος, τους φίλους του τους έβαζε "πάνω από όλους και όλα. Αδελφικός του φίλος ήταν ένα Τουρκόπουλο ο Μεχμέτ (εδώ οι γνώμες διίστανται, διότι η γιαγιά επέμενε στο Μεχμέτ, η κουνιάδα της όμως ορκιζόταν οτι το τουρκόπουλο δεν το έλεγαν Μεχμέτ αλλά Μουράτ.. εγώ θα διαλέξω την εκδοχή της γιαγιάς διοτι ως γνωστό.. "αν δεν παινέψεις το σπίτι σου..") ο Μιχαλάκης κι ο Μεχμέτ λοιπόν.. φίλοι αχώριστοι από μικρά παιδιά.. στην ίδια γειτονιά μεγάλωσαν, τα ίδια παιχνίδια έπαιξαν.. πάντα μαζί, αχώριστοι! Και περνούσαν τα χρόνια και τα αγόρια μεγάλωναν κι έγιναν παλικαράκια κι ήρθαν και οι πρώτοι έρωτες... τότε ήταν που ο Μεχμέτ γνώρισε την όμορφη Φρόσω, την ερωτεύτηκε παράφορα, κεραυνοβόλα! Το ίδιο όμως και η Φροσάρα.. (έτσι την έλεγε η γιαγιά) ερωτεύτηκε τον Μεχμέτ και δεν ειχε μάτια για άλλον. Η Φρόσω λένε ήταν κόρη Αλατσατιανή. όμορφη, με μαύρα μακρυά μαλλιά, λευκή επιδερμίδα κι ελιά στο μάγουλο. Από οικογένεια αρχοντική και πλούσια. Έμαθε η μάνα της από "καλοθελητές" οτι η κόρη της "τραβιέται με τον Τούρκο" και την κλείδωσε στο σπίτι. Το 'πε η μάνα στον πατέρα κι έκεινος θύμωσε πολύ κι αφού της τις έβρεξε για τα καλά, κάλεσε αμέσως τη Σουλτάνα την προξενήτρα. έπρεπε επειγόντως η Φρόσω να αρραβωνιαστεί και σύντομα να παντρευτεί με Ελληνα  και μάλιστα της τάξης τους! Η Σουλτάνα άλλο που δεν ήθελε, τέτοια κόρη όμορφη, πλούσια και με καταγωγή ήταν εύκολο να την παντρέψει.. κι έτσι κι έγινε, η Σουλτάνα η προξενήτρα πήγε στον πατέρα της Φρόσως γαμπρό, πλούσιο, Έλληνα και κοιλαρά. Ο πεθερός ενθουσιάστηκε, ο αρραβωνιάρης ήταν σοβαρός, μετρημένος και έμπορας από τους καλύτερους της Ερυθραίας. Τί κι αν είχε τα χρόνια του; Αυτός θα έπαιρνε την κόρη του κι ας ήταν κοιλαράς...
Πίσω στο Σιβρισάρι ο πατέρας του Μεχμέτ για να αποφυγει τα χειροτερα, του απαγόρευσε να φευγει από το χωριό και πάντα κυκλοφορούσε με συνοδεία . Ο Μιχαλάκης έβλεπε το φίλο του που έλειωνε μέρα με τη μέρα.. και τρελαινόταν ήθελε να τον βοηθήσει. Ενα βράδυ έπεισε τον πατέρα του Μεχμετ να τους αφήσει τους δυο τους να πιουνε ενα ρακί στον καφενέ. "Θα τον προσέχω εγώ!" υποσχέθηκε ο Μιχαλάκης και ο γερό Εκρέμ τον εμπιστεύτηκε. Όλοι τον ξέραν τον Μιχαλάκη, ντόμπρο παιδί, ο λόγος του συμβόλαιο! Κάθισαν τα δυο φιλαράκια στον καφενέ.. ο Μεχμέτ απαρηγόρητος, "αν πάρει άλλον, στο λέω Μιχάλη θα σκοτωθώ!!" έλεγε ξανάλεγε κι έπινε ρακί σαν να τανε νεράκι. "Τί ΄ναι αυτά που λες ωρέ!" τον μάλωνε ο Μιχάλης.. και το μυαλό του δούλευε.. σκεφτόταν τί να κάνει πώς να βοηθήσει τον φίλο του..
Την άλλη μέρα το πρωί, αξημέρωτα πήγε κρυφά και χώθηκε κάτω από το παράθυρο της Φρόσως, μόλις έφυγε ο πατέρας της βρήκε ευκαιρία και χώθηκε στο δωμάτιό της. "Πες μου κόρη μια φορά και ευθύς θα φύγω. Το Μεχμέτ τον θες; τον αγαπάς;" "Τον Μεχμέτ θέλω εγώ!  ο πατέρας μου θέλει να με παντρέψει μ' άλλον, δε θα τον αφήσω όμως, θα φαρμακωθώ! καλύτερα στο χώμα παρά νύφη σε κρεβάτι βρώμικο!"
αυτό ήθελε να ακούσει ο Μιχάλης, αφού κι η Φρόσω ήθελε τον Μεχμέτ δε θα άφηνε να παντρευτεί άλλον, δε θα επέτρεπε μια τέτοια αδικία. "Δε θα κάνεις τίποτα εσύ, μη φέρεις καμμιά αντίρρηση στον πατέρα σου κι έχε μου εμπιστοσύνη" είπε ο Μιχαλάκης κι έφυγε σαν τον άνεμο από το δωμάτιο της κοπέλας.
Τη μέρα που τα Αλάτσατα είχαν στολιστεί κι ετοιμάζονταν να γιορτάσουν το γάμο της Φροσάρας με τον έμπορα την ίδια μέρα στο Σιβρισάρι ο Μεχμέτ αρρωσταίνε από καημό και ο Μιχαλάκης αρμάτωνε το άλογό του.. Το καβαλησε, ζώστηκε τα άρματα και εφυγε σαν αστραπή για τα Αλάτσατα μπούκαρε όπως ήταν αρματωμένος μες την Αγια Τριάδα και άρπαξε τη νύφη την ώρα του μυστηρίου. έτσι ο Μιχαλάκης έκλεψε τη Φροσάρα για λογαριασμό του φίλου του του Μεχμέτ και επειδή κανείς στα Αλάτσατα δεν ήξερε το όνομά του, όταν ρωτούσαν ποιός έκλεψε τη Φροσάρα όλοι λέγαν.. "ένας νέος από το Σιβρισάρι, ο Μιχάλης ο Αρματωλός!!!"
Κι έτσι η Φροσάρα κι ο Μεχμέτ έζησαν ζωή χαρισάμενη κι έκαναν πολλά παιδιά κι ο Μιχαλάκης μέσα σε μια στιγμή  από Μιχαήλ Σκευοφύλαξ του Γωργίου,  έγινε Μιχαήλ Αρματωλός του Γεωργίου.. και ζήσανε αυτοί καλά κι εμείς.. καλύτερα μέσα από τις ιστορίες τους..