Δευτέρα, 24 Οκτωβρίου 2016

Ψίθυροι στο πέλαγος

Υπάρχει μια βάρκα που είναι φίλη μου. Φίλη καλή, από αυτό το είδος φίλων που είναι εκει και στη χαρά σου, αλλά η αξία τους η πραγματική φαίνεται στη λύπη σου, στα δύσκολά σου, εκεί που ο λυγμός και η φωνή μπερδεύονται.
Είναι μια βάρκα που την αγαπώ, χωρίς να ξέρω ποιος είναι ο καπετάνιος της, την αγαπώ γιατί όταν εκείνος λείπει και την αφήνει μόνη δεμένη στο λιμανάκι της, τότε είναι δική μου.
Καθόμαστε ώρες μαζί, να ακούω εγώ το βουβό παράπονό της για την αρμύρα που τη χτυπά, να ακούω το καμάρι της για το πως δάμασε τα κύμματα, να μου λέει σιωπηλά πόσο κουράστηκε να βγάλει την ψαριά αλλά και πόσο χαρούμενη είναι που ο καπετάνιος της θα πάει και σήμερα ικανοποιημένος στα παιδιά του. Μου λέει τα νέα της, πώς οι γλάροι έπαιξαν μαζί της, πώς ο γλάρος ο μικρός εκείνος με το πονηρό το πέταγμα που εκείνη τον είχε ερωτευτεί, τώρα έφυγε και παίζει τα ίδια παιχνίδια με άλλη βάρκα, πιο καινούρια, πιο φανταχτερή. Μου λέει πως πολλές φορές φοβάται μόνη της τη νύχτα και αγκαλιάζει τα δίχτυα της για να μη νιώθει μόνη. Ακούω με προσοχή τις ιστορίες από  τα ταξίδια της και τη θαυμάζω για το πώς έτσι ακούραστη , φροντίζει πάντα τον καπετάνιο της, ακόμη κι όταν εκείνος δεν την ακούει και τη ζορίζει.
Ακούει κι εκείνη εμένα όμως με την ίδια προσοχή, σαν καλή μου φίλη. Της εξιστορώ τα καινούρια κατορθώματα του Θοδωρή, της δείχνω με καμάρι τις ζωγραφιές της Μιχαέλας, με ακούει να της λέω πόσο κουράστηκα μέσα στη μέρα, να της δείχνω τις πληγές μου τις φανερές αλλά και τις κρυφές κυρίως αυτές, που άλλος δεν τις βλέπει. Της μιλάω για τους φίλους μου, για όσους αγαπώ, της λέω πόσο μου λείπουν άνθρωποι που αγαπώ και πόσο πολύ θα ήθελα κάποιους από αυτούς να τους της γνωρίσω. Γελάμε με τη φίλη μου μαζί και το γέλιο μου το παίρνει μαζί της στα ταξίδια της. Κλαίμε με τη φίλη μου μαζί και η αρμύρα της κουπαστής της γίνεται ένα με την αρμύρα από τα δάκρυά μου κι έτσι μαγικά τα δάκρυα εξαφανίζονται. Μα πιο πολύ την αγαπώ γιατί πολλές φορές, μου φέρνει τον αέρα από το πέλαγο και όπως τον αφήνει να περάσει από το βίντσι και τα δίχτυα της, έρχονται ψίθυροι από μακριά οι φωνές όλων όσων αγαπώ και είναι μακριά μου. Και με βλέπει η φίλη μου που δακρύζω νοσταλγικά και μου υπόσχεται πως μια μέρα, θα ξεγελάσει τον καπετάνιο της και θα  με πάρει μαζί της στο πέλαγο να ακούσω της φωνές των αγαπημένων φίλων μου κι αν είναι καλός ο καιρός θα με πάει ως εκεί, να τους δω, να τους αγκαλιάσω για μια στιγμή και μετά να με φέρει πάλι πίσω, εδώ στο λιμανάκι μας, να γυρίσει εκείνη στον καπετάνιο της κι εγώ στη ζεστή αγκαλιά της οικογένειάς μου, και θα είμαστε και οι δυο φύλακες του μικρού μυστικού μας.
Είναι μια βάρκα που την αγαπώ, όσο αγαπώ κι εμένα.