Σάββατο, 1 Ιουλίου 2017

365 ημέρες

Ήταν 01/07/2016 η μέρα που φορτώσαμε ολα μας τα υπάρχοντα σε ένα καράβι κι αφήσαμε πίσω μας την Αθήνα και την ως τότε ζωή μας για μια νέα γειτονιά και μια νέα, καλύτερη ελπίζαμε, ζωή στο πανεμορφο νησί της Λέσβου.
Σήμερα 01/07/2017 ένα χρόνο μετά βρισκομαι εδώ στο όμορφο νησί και γραφω αυτές τις γραμμές για τη ζωή μας εδώ. 365 ημέρες γεμάτες εικόνες, χρώματα, αρώματα κι αρμύρα. Ένας χρόνος που άλλοτε μοιάζει σαν αστραπή κι άλλοτε σαν αιώνας..
Μέσα σε ένα χρόνο ζήσαμε πολλά.. καινούριος τόπος, νέοι φίλοι, άλλο κλίμα, νέες συνήθειες, καινούρια χόμπι. Όλα ή σχεδόν όλα διαφορετικά, άλλα πολύ καλύτερα, άλλα το ίδιο καλά κι άλλα πιο άσχημα. Πέρασε ένας χρόνος με καύσωνες, πλημμύρες, χιόνια, βροχές, σεισμούς, ξανά καύσωνες.. με χαμόγελα, δάκρυα, φωνές, γέλια, κλάματα, νοσταλγία, ενθουσιαμό.. με τη σκέψη να πηγαινοέρχεται, Αθήνα-Λέσβο.
365 μερες.. 365 περιστροφές της Γης γυρω απο τον εαυτό της.. 365 φορες ανοιξαμε τα ματια μας και μας καλημερισε ο ουρανός της Λέσβου.
Θυμάμαι παλιά.. 25 περιπου χρονια πριν που ερχομασταν εδώ για τις καλοκαιρινές μας διακοπές, κάθε χρόνο ανελλιπώς τραγουδούσαμε καποια στιγμή των διακοπών μας, όλη η παρέα μαζί: «Κι όμως ειμ' ακόμα εδώ! Κι αυτό το καλοκαίρι! Λιωμένο παγωτό κολλάει στο χέρι!» Αγκαλιασμένοι όλοι μαζί, τραγουδούσαμε και χοροπηδούσαμε..
Απόψε το θυμηθήκα αυτό το «έθιμο» της παρέας των εφηβικών μου καλοκαιριών, καθισμένη μόνη μου στο μπαλκόνι μου, με μια μπύρα σκεπτόμενη πώς.. πέρασε κιόλας ένας χρόνος κι ενώ έλεγα πως δεν θα τα καταφερνα να αντέξω την αλλαγή.. πώς μόλις ερχοταν ο χειμώνας θα λύγιζα, ενω...« ειχα πει θα φυγω κι ομως..είμαι ακόμα εδώ κι αυτό το καλοκαίρι.. »


















Δευτέρα, 24 Οκτωβρίου 2016

Ψίθυροι στο πέλαγος

Υπάρχει μια βάρκα που είναι φίλη μου. Φίλη καλή, από αυτό το είδος φίλων που είναι εκει και στη χαρά σου, αλλά η αξία τους η πραγματική φαίνεται στη λύπη σου, στα δύσκολά σου, εκεί που ο λυγμός και η φωνή μπερδεύονται.
Είναι μια βάρκα που την αγαπώ, χωρίς να ξέρω ποιος είναι ο καπετάνιος της, την αγαπώ γιατί όταν εκείνος λείπει και την αφήνει μόνη δεμένη στο λιμανάκι της, τότε είναι δική μου.
Καθόμαστε ώρες μαζί, να ακούω εγώ το βουβό παράπονό της για την αρμύρα που τη χτυπά, να ακούω το καμάρι της για το πως δάμασε τα κύμματα, να μου λέει σιωπηλά πόσο κουράστηκε να βγάλει την ψαριά αλλά και πόσο χαρούμενη είναι που ο καπετάνιος της θα πάει και σήμερα ικανοποιημένος στα παιδιά του. Μου λέει τα νέα της, πώς οι γλάροι έπαιξαν μαζί της, πώς ο γλάρος ο μικρός εκείνος με το πονηρό το πέταγμα που εκείνη τον είχε ερωτευτεί, τώρα έφυγε και παίζει τα ίδια παιχνίδια με άλλη βάρκα, πιο καινούρια, πιο φανταχτερή. Μου λέει πως πολλές φορές φοβάται μόνη της τη νύχτα και αγκαλιάζει τα δίχτυα της για να μη νιώθει μόνη. Ακούω με προσοχή τις ιστορίες από  τα ταξίδια της και τη θαυμάζω για το πώς έτσι ακούραστη , φροντίζει πάντα τον καπετάνιο της, ακόμη κι όταν εκείνος δεν την ακούει και τη ζορίζει.
Ακούει κι εκείνη εμένα όμως με την ίδια προσοχή, σαν καλή μου φίλη. Της εξιστορώ τα καινούρια κατορθώματα του Θοδωρή, της δείχνω με καμάρι τις ζωγραφιές της Μιχαέλας, με ακούει να της λέω πόσο κουράστηκα μέσα στη μέρα, να της δείχνω τις πληγές μου τις φανερές αλλά και τις κρυφές κυρίως αυτές, που άλλος δεν τις βλέπει. Της μιλάω για τους φίλους μου, για όσους αγαπώ, της λέω πόσο μου λείπουν άνθρωποι που αγαπώ και πόσο πολύ θα ήθελα κάποιους από αυτούς να τους της γνωρίσω. Γελάμε με τη φίλη μου μαζί και το γέλιο μου το παίρνει μαζί της στα ταξίδια της. Κλαίμε με τη φίλη μου μαζί και η αρμύρα της κουπαστής της γίνεται ένα με την αρμύρα από τα δάκρυά μου κι έτσι μαγικά τα δάκρυα εξαφανίζονται. Μα πιο πολύ την αγαπώ γιατί πολλές φορές, μου φέρνει τον αέρα από το πέλαγο και όπως τον αφήνει να περάσει από το βίντσι και τα δίχτυα της, έρχονται ψίθυροι από μακριά οι φωνές όλων όσων αγαπώ και είναι μακριά μου. Και με βλέπει η φίλη μου που δακρύζω νοσταλγικά και μου υπόσχεται πως μια μέρα, θα ξεγελάσει τον καπετάνιο της και θα  με πάρει μαζί της στο πέλαγο να ακούσω της φωνές των αγαπημένων φίλων μου κι αν είναι καλός ο καιρός θα με πάει ως εκεί, να τους δω, να τους αγκαλιάσω για μια στιγμή και μετά να με φέρει πάλι πίσω, εδώ στο λιμανάκι μας, να γυρίσει εκείνη στον καπετάνιο της κι εγώ στη ζεστή αγκαλιά της οικογένειάς μου, και θα είμαστε και οι δυο φύλακες του μικρού μυστικού μας.
Είναι μια βάρκα που την αγαπώ, όσο αγαπώ κι εμένα.

Τετάρτη, 15 Ιουνίου 2016

Αντίο Αθήνα

'Ηταν αρχές του χρόνου, που αρχίσαμε να σκεφτόμαστε πιο σοβαρά με τον Τάσο την ιδέα που πολύ καιρό πριν μεταξύ σοβαρού και αστείου λέγαμε συχνά.. το ενδεχόμενο να φύγουμε από την Αθήνα και να δημιουργήσουμε τις συνθήκες για μια καλύτερη ζωή για τα παιδιά μας κάπου αλλού.. «στην επαρχία». Σε λίγες μέρες από σήμερα η ιδέα αυτή γίνεται πραγματικότητα, κί όσο κι αν όλοι οι φίλοι και οι γνωστοί μόλις ακούν το νέο μας απαντάνε «πω πωω πόσο σας ζηλεύω! Μακάρι να μπορούσα να έφευγα κι εγώ».. η αλήθεια είναι πως η απόφαση αυτή πονάει!

Είναι πολύ ωραία η εικόνα να φαντάζομαι τα παιδιά μου να μεγαλώνουν κοντά στη φύση, να κάνουν μπάνιο στη θάλασσα σχεδόν για όλο το χρόνο, να τρώνε ψάρια φρέσκα, από τη βάρκα κατευθείαν ψαρεμένα στις θάλασσες του νησιού. Είναι ωραία η εικόνα να με φαντάζομαι ήρεμη και χαλαρή, χωρίς τη βαβούρα της Πρωτεύουσας, να μή χρειάζεται να αλλάξω 2 λεωφορεία και 2 γραμμές μετρό για να πάω στη δουλειά μου. Είναι πολύ όμορφο που θα ξέρω τους γείτονές μου με τα μικρά τους ονόματα ή/και τα «παρατσούκλια» τους και θα με ξέρουν κι εκείνοι. Που θα ανοίγω το παραθυρό  μου και θα βλέπω ουρανό, ορίζοντα και δε θα χρειάζεται να κοιτάξω ψηλά για να δω ένα κομμάτι του ουρανού ανάμεσα σε μπαλκόνια και μπουγάδες με σώβρακα και σεντόνια.
Είναι πολύ όμορφο να με φαντάζομαι να ανοίγω το παράθυρο και να εισπνέω αρώματα που εδώ τα βρίσκουμε μόνο σε αποσμητικά χώρου, ευκάλυπτο, λεβάντα, λουλούδια του αγρού..
Εξίσου όμορφο όμως είναι κι ένα καφεδάκι με φίλους , με τους φίλους που δυστυχώς δεν μπορώ να πάρω μαζί παρά μόνο στην ψυχή μου. Είναι το ίδιο όμορφη η ανάμνηση μιας βόλτας στην πλάκα, ενός περίπατου στην ερμού. Το ίδιο όμορφη είναι η εικόνα της πόλης να αλλάζει χρώματα κι εγώ να την απολαμβάνω με  μια μπύρα κουτάκι παρέα με τους φίλους μου «στον βράχο» στον άρειο πάγο.
Όσο ανυπομονώ να γίνουν τα νερά του Αιγαίου κομμάτι της γειτονιάς μου, τόσο μου λείπει ήδη ο Υμηττός που είναι η τωρινή μου γειτονιά. Όσο λαχταρώ να έρθει η ώρα που θα ανοίξω την πόρτα του καινούριου μου σπιτιού, τόσο δακρύζω στη σκέψη και μόνο της στιγμής που θα κλείσω για πάντα πίσω μου την πόρτα του σπιτιού που μένω τώρα.

«Τί με κρατάει στην Αθήνα;» σκέφτηκα όσο αμφιταλαντευόμουν για το αν πρέπει να πάρουμε το ρίσκο ή όχι «Τίποτα δεν με κρατάει!» απάντησα, δεν είναι ΤΙ με κρατάει στην Αθήνα.. αυτό ήταν το εύκολο, ΤΙΠΟΤΑ! Το δύσκολο είναι να απαντήσεις στο «ΠΟΙΟΣ με κρατάει στην Αθήνα»... εκεί ανεβαίνει ο κόμπος στο λαιμό και τα μάτια τρέχουν ρυάκια.. Πώς να αφήσεις φίλους που έχετε ζήσει μαζί, όσα άλλοι δεν τα ζουν ποτέ στη ζωή τους; Πώς οι βόλτες στο νησί θα μπορέσουν να συναγωνιστούν τις βιαστικές μεν, αλλά γεμάτες χαμόγελα κι αγάπη αστικές βόλτες με αυτούς τους δυο-τρεις-πέντε-οκτώ φίλους που θα με σκέφτονται και θα τους αγαπώ όπου κι αν βρίσκομαι, αλλά δεν θα μπορώ να τους αγγίξω, να τους αγκαλιάσω, να τους δω;

Όλα αυτά τα σκέφτηκα και τα ξανασκέφτηκα πολλές φορές. Το δίλημμα μεγάλο, τελικά αποφάσισα.
Είτε εδώ , είτε εκεί, πάντα κάποιος ή κάτι θα μου λείπει.. ας είμαι εκεί που θα λείψουν τα λιγότερα στα παιδιά μου.

Σε λίγες μέρες από σήμερα, θα κλείσω για πάντα πίσω μου την πόρτα που μέχρι σήμερα άνοιγα για να καλωσορίσω τους φίλους μου στο σπίτι μας, και θα ανοίξω μιαν άλλη, καινούρια, που εύχομαι να μου δώσει την ηρεμία και τη δύναμη να δω τα παιδιά μου να μεγαλώνουν χαμογελαστά, να τα καμαρώσω και ίσως κάποτε να έρθει η μέρα που με ένα κουτάκι μπύρα στο χέρι, με φίλους που θα έχουν έρθει να μας επισκεφθούν, σε ένα από τα κάστρα του νησιού, θα κοιτάζουμε το αιγαίο να αλλάζει χρώματα στο ηλιοβασίλεμα  και θα μπορώ να πώ «χαλάλι..»