Σάββατο, 17 Σεπτεμβρίου 2011

Female lives- Λίλα

Ήταν σχεδόν έτοιμη. Κοιτάχθηκε στον καθρέπτη, διόρθωσε λίγο το περίγραμμα των χειλιών της, τακτοποίησε μια ατίθαση τούφα μαλλιών που έπεφτε στο μέτωπό της, πήρα βαθιά ανάσα κι έφυγε. Κλείνοντας την πόρτα πίσω της άκουσε τον μαλλιαρό της γάτο να κλαψουρίζει παραπονιάρικα σα να ήξερε...
Έφτασε στο ραντεβού όπως πάντα 5 λεπτά νωρίτερα. Είχε μιαν ανησυχία σήμερα, περίεργο συναίσθημα, κρύφτηκε πίσω από την πικροδάφνη όπως πάντα και περίμενε. Σε λίγο τον είδε.. νέος όχι πάνω από 35, μελαχροινός, φαινόταν όμορφος, (σπάνιο φαινόμενο η ομορφιά στα ραντεβού της), κι όμως η ανησυχία ήταν εκεί βολεμένη στο στομάχι της και δεν έλεγε να ξεσφίξει τον κόμπο.
Ήρθε η ώρα να εμφανιστεί, πλησιάζει το νεαρό και χαμογελώντας του λέει: "Καλησπέρα, συγγνώμη που άργησα, είχε λίγο κίνηση". Εκείνος της χαμογέλασε χωρίς να μιλήσει, ένα νεύμα έκανε μόνο σα να έλεγε "όλα καλά". Τα πόδια της έτρεμαν ξαφνικά, και κατέβαλε μεγάλη προσπάθεια να σταθεί αξιοπρεπώς στα ψηλοτάκουνα γοβάκια της. Ο νεαρός της πρότεινε το μπράτσο του να τη στηρίξει εκείνη δέχθηκε και αφέθηκε να την οδηγήσει στο αυτοκίνητό του. Εκείνος γύρισε την κοίταξε κατάματα και της είπε: "είσαι πολύ όμορφη Λίλα, τα μάτια σου λάμπουν." Εκείνη χαμήλωσε το βλέμμα της και με τρομερή δεξιοτεχνία σκούπισε ένα μικρό διαμαντένιο δάκρυ που κύλησε στο μάγουλό της. χωρίς ο όμορφος συνοδός της να καταλάβει το παραμικρό. Μπήκαν στο αυτοκίνητο, εκείνη έβγαλε από την τσάντα της μια ασημένια ταμπακιέρα που έλαμψε στο φως του λαμπτήρα του δρόμου φωτίζοντας το όμορφο πρόσωπό της και το κατάλευκο ζουμερό ντεκολτέ της για μια τόση δα μικρή, φευγαλέα στιγμή, που όμως ήταν αρκετή για να κάνει το νεαρό που καθόταν στη θέση του οδηγού να νιώσει λίγο άβολα με τα όσα συνέβαιναν μέσα στο παντελόνι του..
Ξεκίνησε τη μηχανή του αυτοκινήτου του την ίδια στιγμή που ο αναπτήρας άναβε το τσιγάρο της, κοιτάχτηκαν για μια στιγμή και χαμογέλασαν αμήχανα, ξεκίνησε να οδηγεί, εκείνη δεν τον ρώτησε ποτέ που θα πήγαιναν, κι εκείνος ποτέ δεν της είπε. Στο ραδιόφωνο έπαιζε το "ακολουθώ" εκείνη σκεφτόταν την υπόσχεση που έδωσε στον εαυτό της καθώς κοιταζόταν στον καθρέπτη της. "Τελευταία φορά! Απόψε θα είναι η τελευταία φορά!" Φτάσανε σε ένα όμορφο ερημικό μέρος μέσα στα δέντρα που είχε σαν θέα μια θάλασσα με την πιο όμορφη, την πιο μαγευτική φεγγαρόστρατα. Ο νεαρός αφού "τράβηξε" το χειρόφρενο "άρπαξε" την όμορφη κοπέλα την τράβηξε στο μέρος του, την ανασήκωσε με δύναμη αλλά προσεκτικά, την έβαλε να κάτσει πάνω του, ενώ με το αριστερό του χέρι κατέβασε το φερμουάρ του παντελονιού του. Μπήκε μέσα της κοιτάζοντας την στα μάτια βαθιά και το βλέμμα του σκοτείνιασε.. εκείνη για πρώτη φορά ένιωσε "κάτι".. για πρώτη φορά σε ένα τετοιο ραντεβού ένιωσε να δίνει και κάτι άλλο εκτός από το κορμί της.. ίσως λίγο ψυχή.. έσκυψε και τον φίλησε καθώς ένιωθε ρίγη στην πλάτη της κι εκείνον να σπαρταράει μέσα της.. αυτός της δάγκωσε δυνατά τα χείλη, την έσφιξε ακόμη πιο δυνατά επάνω του και την ώρα που έσπερνε ζωή μέσα της, της κάρφωσε ένα μαχαίρι στην πλάτη βαθιά.. και πήρε τη δική της.. "Τα φιλιά απαγορεύονται" είπε πάνω από το άψυχο σώμα της.. "και η γη πρέπει να "καθαρίσει" από 'σας τις πουτάνες!" Τράβηξε το μαχαίρι από την πλάτη της κοπέλας, καθάρισε τη λάμα του με ένα πανί, και μια σταγόνα αίμα που έμεινε την άφησε να στάξει πάνω στη γλώσσα του.. Καθάρισε προσεκτικά και τη λαβή.. έσπρωξε την άψυχη Λίλα στον γκρεμό κι έμεινε να κοιτάζει την πτώση του άψυχου κορμιού μέχρι που αυτό έπεσε στη θάλασσα.. Σήκωσε ψηλά στο το μαχαίρι και το πέταξε κι αυτό.. καθώς στριφογύριζε στην πορεία του προς τη θάλασσα, το φως του φεγγαριού έλαμψε πάνω στην κοφτερή λάμα και φώτισε στιγμιαία το πρόσωπό του.. ένα παγωμενο χαμόγελο στα χείλη κι ένα δακρυ στο μάγουλο...

{Η Λίλα φεύγοντας από το σπίτι της είχε ορκιστεί οτι αυτό ήταν το τελευταίο ραντεβού της σε αυτή τη δουλειά.. ειχε ήδη βρει δουλειά σε ενα κατάστημα και σε 2 μερες θα ξεκινούσε τη νέα της ζωη....
  Ο νεαρός Δημήτρης (έτσι τον έλεγαν) είχε ορκιστεί οτι θα αφανίσει απο προσώπου γης τη "φάρα της πουτάνας" οπως ελεγε, η Λίλα ήταν το πρώτο του θύμα, το δεύτερο ήταν ο ίδιος του ο εαυτός λίγες ώρες αργότερα την ίδια νύχτα..}