Παρασκευή 10 Απριλίου 2009

Tί; Γιατί;.....Επειδή!


-Μαμά, τί είναι ο θάνατος΄;
-Ένας μεγάλος, ατελείωτος, αιώνιος ύπνος μωρό μου.
-Όταν πεθαίνει κάποιος πονάει;
-Όχι! νοιώθει ωραία, λυτρώνεται, και το κορμί του τρέμει από ηδονή
-Γιατί όταν πεθάνει κάποιος κλαίμε;
-Επειδή όσοι μένουμε πίσω, πονάμε.
-Γιατί πονάμε;
-Επειδή ο θάνατος είναι το μόνο πράγμα που δεν μπορείς να διορθώσεις...
-Γιατί πονάει ο χωρισμός;
-Επειδή είναι και αυτός ένας μικρός θάνατος!
-Γιατί χωρίζουν οι άνθρωποι;
-Επειδή πεθαίνει η αγάπη τους.
-Πού πάνε οι άνθρωποι όταν πεθαίνουν;
-Στον ουρανό, και γίνονται αστέρια.
-Πού πάει η αγάπη όταν πεθάνει;
-Μένει στην καρδιά μας, μπαίνει σε ένα μικρό μπαουλάκι στο πίσω μέρος της καρδιάς μας κρύβεται καλά και μένει εκεί για πάντα.
-Τί είναι ο οργασμός;
-Μια στιγμή θανάτου.
-Τί είναι ο Έρωτας;
-Μια άλλου είδους αγάπη.
-Δηλαδή;
-Δηλαδή όταν ερωτεύεσαι δεν αγαπάς μόνο μετην καρδιά σου, αγαπάς και με το μυαλό και κυρίως και με το κορμί σου.
-Πεθαίνει και ο έρωτας;
-Ναι, αλλά αφού πρώτα σε σκοτώσει.
-Γιατί ερωτευόμαστε;
-Επειδή είμαστε άνθρωποι!
-Τα κουνούπια δεν ερωτεύονται;
-'Οχι.
-Ποιον ερωτευόμαστε;
-Συνήθως τους λάθος ανθρώπους.
-Εγώ θα ερωτευτώ;
-Στο εύχομαι!
-Γιατί τη μέρα δεν φαίνονται τα αστέρια;
-Επειδή τα κρύβει ο Ήλιος με τη λάμψη του!
-Γιατί τη νύχτα δεν έχει Ήλιο;
-Επειδή τα αστέρια ζητούν δικαίωση!
-Γιατί άλλα αστέρια λάμπουν και άλλα τρεμοπαίζουν;
-Επειδή όπως και οι άνθρωποι, έτσι και κάθε αστέρι είναι διαφορετικό από τα άλλα!
-Γιατί αγαπάς τη νύχτα πιο πολύ από τη μέρα;
-Επειδή μπορώ να βλέπω τα αστέρια.
-Τί αστέρι θα γίνεις όταν πεθάνεις;
-Ελπίζω λαμπερό...
-Γιατί με αγαπάς;
-Επειδή είσαι η ζωή μου!


Για τη Μιχαέλα μου...

Τρίτη 7 Απριλίου 2009

Το τσιγάρο ή εγω...


Είναι απόγευμα, εγώ για άλλη μια φορά τον τελευταίο καιρό είμαι στο σπίτι, με ένα φλυτζάνι καφέ και ένα πακέτο τσιγάρα δίπλα μου. (Για διάφορους προσωπικόυς μου λόγους, για πολλές δικές μου στεναχώριες και αδυναμίες, τα έριξα όλα στον γνωστό "κόκορα". Αποχή από κάθε είδους αθλητική δραστηριότητα για πολύ καιρό, ξενύχτι, αλκοόλ, και τσιγάρο, πολύ μα πάρα πολύ τσιγάρο!) Καθώς χάζευα ένα βιβλίο, και λέω χάζευα γιατί μέσα σε όλα τα άλλα ήρθε και η έλλειψη και αδυναμία συγκέντρωσης, χτυπάει το τηλέφωνο. Ήταν ένας φίλος μου με τον οποίο συνηθίζαμε να βγαίνουμε για ποδήλατο κυρίως και πολύ πιο σπάνια για κανένα χαλαρό τρεξιματακι.

-Πού είσαι εσύ που χάθηκες; μου λέει.

-Άσε με ρε Άρη πού χάθηκα; εδώ είμαι!

-Ωχ! Τί έγινε; Πολύ απότομη είσαι...

-Τα δικά μου...

-Τα δικά σου και δικά μου... έρχομαι να σε πάρω σε μισή ωρα για ποδήλατο και μου τα λες εκεί

-Ρε μαλάκα σου έχω πει... εδώ και μήνες δεν έχω ποδήλατο, μου το έκλεψαν.. παράτα με!

-Οκ, τα πόδια σου τα έχεις όμως ναι; Σε μισή ωρα για τρεξιματάκι και δεν θελω δικαιολογίες, ηλίθια τεμπέλα!

-Δεν έχω όρεξη, άστο.

-Θα σου έρθει! Σε 30 να είσαι έτοιμη. Ακούς;

-Καλά έλα και βλέπουμε...

Πράγματι σε μισή ωρίτσα ίσως και λιγότερο ήρθε ο Άρης, εγώ ήμουν ακόμη στην καρέκλα χωρίς να έχω κουνήσει ρούπι. Χτυπάει το κουδούνι, ούτε που σηκώθηκα να ανοίξω, στις μαύρες μου εγω... Άνοιξε η συγκάτοικός μου, ανοιγει η πόρτα της κουζίνας και μπαίνει μέσα ο Άρης.

-Ρε πάς καλά; τί χαλια είναι αυτά; Γαμώ το κερατό μου δηλαδή.. Τί σκατά; Πέθανε κανείς;

-Καλώς τον, με την καλή κουβέντα πάντα! Τί θες ρε συ; Σου είπα δεν είμαι καλά και δεν έχω όρεξη, υπογράψαμε κανένα συμβόλαιο;

-Σήκω ρε κούκλα, ένα τρεξιματάκι χαλαρό, η βραδυά είναι πολύ ωραία, θα γελάσουμε, θα μιλήσουμε, θα ξεκουνήσεις και από τη ρημάδα την καρέκλα. Έλα, να! θα έρθει και η Μάρα μαζί.

Μη στα πολυλογώ, μέχρι να το αποφασίσω είχε πάει ήδη 10 η ώρα...!
Σηκώθηκα, έβαλα την αθλητική μου περιβολή και μαζί με τους φίλους μου, πήγαμε στο κοντινό σταδιάκι, να κατακτήσουμε τον κόσμο τρέχοντας.
Φτάσαμε εκεί, κάναμε λίγες διατάσεις, (μην αφήσουμε και κανα σκέλος αμανάτι στο σταδιάκι νυχτιάτικα) και ξεκινάμε πάρα πολύ χαλαρά το τρεξιματάκι μας... Μαζί ξεκίνησε και ο κλαυσίγελος! Κρίμα που ήταν αργά και ήμασταν σχεδόν μόνοι μας... αλλιώς θα είχαμε βγάλει τρελό μεροκάματο με τα εισητήρια που θα κόβαμε για την κωμωδία που προσέφερα!!!

Πρώτος γύρος: χαλαρά και άνετα, με γελάκια, με κουβεντούλα και με την διαπίστωση ότι πράγματι η όρεξη μου έιχε επιστρέψει!!! Χαρές και πανηγύρια! Όλε!

Δεύτερος γύρος: μια χαρούλα, πλακίτσα, μουσικούλα από το κινητό της Μάρας(!) και ελπίδες για ένα καλύτερο αύριο...

Τρίτος γύρος: Βήχας!!!! Τσιγαρόβηχας!!! Όχι συχνός, αλλά εκεί υπαρκτός! Ε ρε γαμώτο λέω...
-Οι μαλακίες πληρώνονται λέει ο Άρης! Μωρή ηλίθια κοίτα πως κατάντησες με το κωλοτσίγαρο και το ηλίθιο το μυαλό σου! 10-15 λεπτά τρεχουμε χαλαρά και βήχεις! ΓΙΔΙ έ ΓΙΔΙ!!!
-Παράτα με ρε Άρη... θα μου περάσει...

Στους επόμενους γύρους ο βήχας γινόταν πιο συχνός και πιο έντονος, η καημένη η καρδούλα μου είχε ανεβάσει σφυγμούς λές και γω δεν ξερω τί είχα κάνει!
Σε κάποια στιγμή, άρχισα να αυτοσαρκάζομαι, λέγοντας για παράδειγμα ότι την επόμενη φορά που θα βήξω, θα βγεί ολόκληρο το πακέτο μαζί με τη ζελατινίτσα του! Δεν τα παράτησα, συνέχισα απλά ρίχνοντας ακόμη περισσότερο το ρυθμό, πράγμα που χαροποίησε τη Μάρα για την οποία ήταν η πρώτη της, η παρθενική της φορά!

-Γαμώ το τσιγάρο μου μέσα! Είπα, Δεν θα ξανακαπνίσω τέλος!

-Μμμμμμ........ ναι σίγουρα! είπε η Μάρα

-Καλά, μην ορκίζεσαι! είπε ο Άρης

-Γκουχ, ναι ρε, γκουχ, σας λέ-γκουχ-ω, τσιγ-γκουχ-άρο γκουχ ΤΕΛΟΣ! γκουχ γκουχ γκουχ...γαμ-γκουχ.... Απάντησα! (με μεγάλη δυσκολία).

Τέλος πάντων, με αυτό τον ωραιότατο βρυχηθμό, να με ακολουθεί σε κάθε διασκελισμό μου, κατάφερα να συμπληρώσω 1μιση ωρίτσα τρεξίματος ή/και βαδίσματος κάποιες φορές. Οι φίλοι μου εννοείται πως δεν σταμάτησαν ούτε λεπτό να με πειράζουν και να με μαλώνουν για την κατάντια μου. Όταν τελειώσαμε ,με το καλό που λένε, τον άθλο μας (μου δηλαδή) πήραμε το δρόμο του γυρισμού για το σπίτι. Στα λίγα αυτά μέτρα της διαδρομής του γυρισμού μου ήρθε η ιδέα!

-Λοιπόν παιδιά, η βραδυά είναι εξαιρετική! Ούτε κρύο κάνει, και επιτέλους μυρίζει άνοιξη. Πάμε σπίτι, κάνουμε ένα γρήγορο ντουζάκι και φύγαμε για Πνύκα!

Κι έτσι κι έγινε... λίγο μετά τα μεσάνυχτα ήμασταν εκεί, στον βράχο πάνω καθισμένοι και οι τρεις και ακούγαμε την κιθάρα που κελαηδούσε στα χέρια ενός παιδιού από τη διπλανή παρέα. Ήταν μια βραδυά σαν όλες τις άλλες που έχω περάσει εκεί πάνω απολαμβάνοντας την πόλη από ψηλά, μόνο που υπήρχαν και μερικές διαφορές...

Από το περίπτερο στην πλατεία αυτή τη φορά, αντί για τσιγάρα και μπύρες, αγόρασα χυμό και τσίχλες, και αντί να είμαι μόνη μου και να κλαίω αγκαλιάζοντας τον εαυτό μου όπως συνήθως κάνω, αυτή τη φορά ήμουν με φίλους που με κρατούσαν αγκαλιά και χαμογελούσα ακούγοντας το νεαρό της διπλανής παρέας να παίζει κιθάρα και να τραγουδάει.

Όταν τελείωσε το τραγούδι του, τον χειροκρότησα απαλά, και του είπα:

-Μπράβο ρε φιλαράκι, μας έφτιαξες!

-Να ΄σαι καλά κοπελιά, ελάτε αν θέλετε κι εσεις να κάτσουμε όλοι μαζί.. δέχομαι και παραγγελιές!

Πήγαμε συστηθήκαμε και η παρέα μεγάλωσε... και μεγάλωνε συνέχεια, σχεδόν όποιος ανέβαινε στο βράχο με κάποιο τρόπο κατέληγε να έρχεται και να κάθεται μαζί μας...

Ο Δαναός (έτσι έλεγαν τον καλλιτέχνη) ξεκίνησε να παίζει και πάλι... και τραγουδούσαμε όλοι μαζί... "Οι φίλοι μου, μου το ΄χαν πειιιι.... ξέχνα ρε Μπίλλυ τη Φανήηηη... όσο και αν το θέλεις πιααα..."

-Τσιγαράκι; λέει μια κοπέλα και μου πρότυνε το πακέτο της...

-Μπά όχι μωρε ευχαριστώ... το έκοψα!

-Μπράβο! Πόσο καιρό;

-Ε! δεν θά ΄ναι κανα τρίωρο -τετράωρο τώρα;

...."δεν πρόκειται να ξαναρθείιιιι....."

Δευτέρα 9 Μαρτίου 2009

Broken mirror....


Εδώ και αρκετό, θα έλεγα, καιρό ήμουν εγκλωβισμένη μάλλον οικειοθελώς, σε ένα δωμάτιο γεμάτο καθρέφτες! Ή μάλλον καλύτερα, σε ένα δωμάτιο καθρέφτη! Τοίχοι, πάτωμα, ταβάνι, όλα καθρέφτης! Και εκτός από αυτό, χιλιάδες μικρότεροι ή μεγαλύτεροι καθρέφτες παντού! Κάθε ένας από αυτούς τους καθρέφτες αντανακλούσε εμένα! Φυσικό θα μου πεις! Έλα ντε που δεν είναι! Αντανακλούσε εμένα, αλλά όχι οπως έχουμε συνηθίσει να μας αντανακλά ο καθρέφτης. Υπήρχαν καθρέφτες που αντικατόπριζα αυτό που έβλεπαν, που η αντανάκλασή τους ήταν ο γνωστός μίμος, που έκανε ό,τι έκανα, που γελούσε όταν γελούσα κλπ. Υπήρχαν καρέφτες που αντανακλούσαν τις σκέψεις μου, που μέσα σε αυτούς έβλεπα αγαπημένα πρόσωπα, έβλεπα τα πράγματα όπως θα ήθελα να είναι, αλλά όχι όπως είναι πραγματικά.
Υπήρχαν καθρέφτες που μου πρόβαλαν σαν ταινία το παρελθόν μου, με τις καλές και τις άσχημες στιγμές του. Υπήρχε ένας καθρέφτης, ο αγαπημένος μου, που μέσα του έβλεπα την κόρη μου. Την έβλεπα μωρό, την έβλεπα νηπιο, την είδα πώς θα είναι όταν μεγαλώσει, την είδα έμβρυο στο πρώτο της υπέρηχο, την είδα να χαμογελά, την είδα να με αγκαλιάζει, την είδα να φεύγει μακρυά, την είδα να κρατάει στην αγκαλιά της το δικό της μωρό, την είδα να μου ανάβει ένα κεράκι όταν εγώ πια δεν υπήρχα, την είδα να ερωτεύεται, την είδα να πληγώνεται και να πληγώνει, την είδα να ζεί μαζί μου, αλλά και χωρίς εμένα, Την είδα να με μαλώνει, να με αγαπά, να μου συμπαραστέκεται και να με εγκαταλείπει. Την είδα να με σκέφτεται και να με ξεχνάει... Την είδα .... την έβλεπα, την καμάρωσα, ένοιωσα περήφανη!
Υπήρχε και ένας άλλος καθρέφτης, ένας καθρέφτης του οποίου η αντανάκλαση ναι μεν ήμουν εγώ, ήταν η δική μου αντανάκλαση αλλά με δική της προσωπικότητα, δεν με μιμούταν, μου απαντούσε. Με μάλωνε, με συμβούλευε, μου τραβούσε το αυτί, με ταρακουνούσε, με χλεύαζε και με επαινούσε! Αυτόν τον καθρέφτη τον μίσησα στην αρχή, μετά τον ανεχόμουν και στον τέλος τον αγάπησα!
Αυτή η αντανάκλαση μια βραδυά που πάλι δεν κοιμόμουν, και που προσπαθούσα με τη σκέψη μου να ανέβω σε ένα από τα πιο αγαπημένα μου μέρη την Πνύκα, για να περάσω αλλη μια νύχτα χαμένη στα φώτα της πόλης, αυτή η αντανάκλαση μου φώναξε δυνατά! "Δεν έχεις να πάς πουθενά κοπελιά! Ακούς; Όχι σήμερα, όχι απόψε!" Την ρώτησα γιατί; και μου είπε: "Κοίτα ηλίθια, κοίτα! Νά γιατί!" Γύρισα τα μάτια μου στον καθρέφτη, η αντανάκλασή μου ξεθώριαζε σιγά-σιγά, και στην θέση της ήρθε η Πνύκα, το σημείο στο οποίο συνήθως κάθομαι κουκουλωμένη και περιμένω το ξημέρωμα, με είδα να ανεβαίνω, να βάζω κάτω το sleepingbag μου και να κάθομαι, άναψα λέει τσιγάρο, έβγαλα και ένα μπουκάλι κρασί, ήπια λίγο, άναψα κι άλλο τσιγάρο, πολύ κάπνιζα, προσπάθησα να με δώ καλύτερα, νομίζω ότι τα μάτια μου ήταν δακρυσμένα, κι άλλη μια γουλιά κρασί, κι άλλο ένα τσιγάρο, ξαφνικά σηκώθηκα όρθια. Πήγα στην άκρη του βράχου, έριξα το μπουκάλι το κενό.... έπεφτε για πολύ ώρα, το άκουσα να σπάει. Έβγαλα από την τσέπη μου μια φωτογραφία, έκλαιγα, ναι ήταν πια φανερό, έκλαιγα με αναφυλητά αλλά παράλληλα χαμογελούσα... τρέλα! Κοιίταξα τη φωτογραφία, την έφερα στα χείλη μου, δεν είδα τί ή ποιον απεικονίζει. Την κράτησα σφιχτά, την πίεσα στο στήθος μου, στο μέρος της καρδιάς, έκλεισα τα μάτια και πήδηξα στο κενό!
Τινάχτηκα! τότε στον καθρέφτη επανήλθε η αντανάκλαση μου. "Δεν έχεις να πας πουθενά απόψε! Το κατάλαβες;" απάντησα: -Ναι μωρέ το κατάλαβα! Αλλά σιγά μην κάνω εγώ τέτοια μαλακία ακόμη κι αν πάω...! "Αν πας θα την κάνεις!" .....
Ακολούθησε βαριά, παρατεταμένη σιωπή.. Ζήτησα από την αντανάκλαση μου να μου κάνει λίγη παρέα να μιλήσουμε, να της πω τί σκέφτομαι, τί με έχει πειράξει, τί με βαραίνει, τί με κάνει χαρούμενη...
Κι έτσι κι έγινε... Αυτός ο καθρέφτης , αυτή η αντανάκλαση με έκανε να καταλάβω δύο πράγματα, το ένα είναι ότι είμαι εγωίστρια, και το άλλο ότι δεν άγαπάω τον εαυτό μου όσο θα έπρεπε. Σχήμα οξύμορο! Κι όμως έτσι είναι....
Ξαφνικά γύρισα προς έναν άλλον καθρέφτη, αυτόν που μου έδειχνε συνέχεια τις σκέψεις μου, τα πράγματα και τα πρόσωπα που αγαπώ, που με ενοχλούν που με κρατάνε πίσω, που με βασανίζουν, που τα βάζω πάνω από τα δικά μου θέλω..... Εκεί μέσα έιδα κι εμένα, έτσι όπως δεν θέλω να είμαι... σηκώθηκα πήγα προς τα εκεί... κοίταξα κατάματα εμένα, αυτή τη φορά δεν τράβηξα το βλέμα μου... Κοιτούσα εκεί... επίμονα... σήκωσα το χέρι μου, έσφιξα τη γροθιά μου... και την κατέβασα με όλη μουτη δύναμη σε αυτόν τον συγκεκριμένο καθρέφτη! Ένοιωσα το αίμα να τρέχει καυτό στο χέρι μου, και τα δάκρυα μου να βγαίνουν από τα μάτια μου και να κυλάνε στο πρόσωπό μου! Αυτό ήταν, όλα τα "φαντάσματα" έγιναν χίλια κομμάτια, δεν υπήρχαν πια... Τώρα πια αποφάσισα θα ΖΗΣΩ, θα ζήσω για ΕΜΕΝΑ και σε όποιον αρέσει!Με τον δικό μου τρόπο, και για όσο μου αναλλογεί! Με το αίμα που έτρεχε έγραψα τις λέξεις:
Η ΖΩΗ ΜΟΥ ΑΝΗΚΕΙ!!!
Τότε όλοι οι καθρέφτες σιγά σιγά χάνονταν ο ένας μετά τον άλλον... τελευταίος έμεινε ο καθρέφτης που μιλάει, η αντανάκλασή μου, επιτέλους χαμογελαστή μου είπε... "Τώρα μπορείς να πας όπου θές... δεν σε φοβάμαι πια! Ζήσε ευτυχισμένη!" και εξαφανίστηκε κι αυτός...
Ήμουν, είμαι, επιτέλους ελεύθερη.... ο καθρέφτης έσπασε... έγινε χίλια κομματάκια....!