Δευτέρα 27 Μαΐου 2013

Τα παιδιά της γειτονιάς

Ένας δυσκοίλιος γείτονας μαλώνει τα παιδιά που παίζουν στη γειτονιά (σημειωνω ΟΧΙ σε ώρα κοινης ησυχίας) ακόμη και πετώντας τους κουβάδες με νερό!  Εκείνα βρήκαν έναν όμορφο και δημιουργικό τρόπο να ζητήσουν τα αυτονόητα το ΔΙΚΑΙΩΜΑ τους στο παιχνίδι και το ΣΕΒΑΣΜΟ που τους οφείλουμε. Ο στρυφνός γείτονας πήρε το κλειδί του και τους έσκισε τα χαρτάκια που με τόσο χρώμα ομόρφαιναν την κολόνα της ΔΕΗ κάτω από το σπίτι του..
Εγώ πάντως με τα παιδιά της γειτονιάς είμαι! καλά που έχουμε κι αυτά κι ακούμε και λίγα γέλια εκτός από "ουφ" και Χριστοπαναγίες..
"Δείτε αυτό, κι αυτό.. κι αυτό.. κι ό,τι απέμεινε"

"Δικαιούμαστε ελεύθερο παιχνίδι! Με εκτίμηση, οι μικρότεροί σας γείτονες!

"Θέλουμε λίγο σεβασμό..Τα παιδιά της γειτονιάς" 

Παρασκευή 22 Φεβρουαρίου 2013

Ο Μιχαλάκης, ο Μεχμέτ και η Φροσάρα η Αλατσατιανή

Σήμερα θα μοιραστώ μαζί σας μια ιστορία πραγματική. Μια ιστορία αγάπης, έρωτα και φιλίας που εκτυλίχθηκε στις αρχες του προηγούμενου αιώνα στο Σιβρισάρι και τα Αλάτσατα της Ερυθραίας της Μικράς Ασίας και που μέσα από αυτήν γεννήθηκε κι ένα επίθετο... ένα επίθετο που συνοδεύει ακόμη και σήμερα τα επίσημα έγγραφα ταυτότητας των μελών μιας οικογένειας. Ας τα πάρουμε όμως τα πράγματα από την αρχή..
Στο Σιβρισάρι ζούσε ένας νέος όμορφος, έλεγε η γιαγιά μου, και "θεωρητικός".. ο Μιχαλάκης ο Σκευοφύλαξ. Ο Μιχάλης ήταν πολύ καλό παιδί, φιλότιμος, εργατικός και πάνω από όλα δίκαιος! Δεν αδικούσε ποτέ κανέναν και γινότανε θεριό ανήμερο αν κάποιος προσπαθούσε να αδικήσει κάποιον άλλον ή κι εκείνον τον ίδιο. Ήταν επίσης πολύ καλός φίλος, τους φίλους του τους έβαζε "πάνω από όλους και όλα. Αδελφικός του φίλος ήταν ένα Τουρκόπουλο ο Μεχμέτ (εδώ οι γνώμες διίστανται, διότι η γιαγιά επέμενε στο Μεχμέτ, η κουνιάδα της όμως ορκιζόταν οτι το τουρκόπουλο δεν το έλεγαν Μεχμέτ αλλά Μουράτ.. εγώ θα διαλέξω την εκδοχή της γιαγιάς διοτι ως γνωστό.. "αν δεν παινέψεις το σπίτι σου..") ο Μιχαλάκης κι ο Μεχμέτ λοιπόν.. φίλοι αχώριστοι από μικρά παιδιά.. στην ίδια γειτονιά μεγάλωσαν, τα ίδια παιχνίδια έπαιξαν.. πάντα μαζί, αχώριστοι! Και περνούσαν τα χρόνια και τα αγόρια μεγάλωναν κι έγιναν παλικαράκια κι ήρθαν και οι πρώτοι έρωτες... τότε ήταν που ο Μεχμέτ γνώρισε την όμορφη Φρόσω, την ερωτεύτηκε παράφορα, κεραυνοβόλα! Το ίδιο όμως και η Φροσάρα.. (έτσι την έλεγε η γιαγιά) ερωτεύτηκε τον Μεχμέτ και δεν ειχε μάτια για άλλον. Η Φρόσω λένε ήταν κόρη Αλατσατιανή. όμορφη, με μαύρα μακρυά μαλλιά, λευκή επιδερμίδα κι ελιά στο μάγουλο. Από οικογένεια αρχοντική και πλούσια. Έμαθε η μάνα της από "καλοθελητές" οτι η κόρη της "τραβιέται με τον Τούρκο" και την κλείδωσε στο σπίτι. Το 'πε η μάνα στον πατέρα κι έκεινος θύμωσε πολύ κι αφού της τις έβρεξε για τα καλά, κάλεσε αμέσως τη Σουλτάνα την προξενήτρα. έπρεπε επειγόντως η Φρόσω να αρραβωνιαστεί και σύντομα να παντρευτεί με Ελληνα  και μάλιστα της τάξης τους! Η Σουλτάνα άλλο που δεν ήθελε, τέτοια κόρη όμορφη, πλούσια και με καταγωγή ήταν εύκολο να την παντρέψει.. κι έτσι κι έγινε, η Σουλτάνα η προξενήτρα πήγε στον πατέρα της Φρόσως γαμπρό, πλούσιο, Έλληνα και κοιλαρά. Ο πεθερός ενθουσιάστηκε, ο αρραβωνιάρης ήταν σοβαρός, μετρημένος και έμπορας από τους καλύτερους της Ερυθραίας. Τί κι αν είχε τα χρόνια του; Αυτός θα έπαιρνε την κόρη του κι ας ήταν κοιλαράς...
Πίσω στο Σιβρισάρι ο πατέρας του Μεχμέτ για να αποφυγει τα χειροτερα, του απαγόρευσε να φευγει από το χωριό και πάντα κυκλοφορούσε με συνοδεία . Ο Μιχαλάκης έβλεπε το φίλο του που έλειωνε μέρα με τη μέρα.. και τρελαινόταν ήθελε να τον βοηθήσει. Ενα βράδυ έπεισε τον πατέρα του Μεχμετ να τους αφήσει τους δυο τους να πιουνε ενα ρακί στον καφενέ. "Θα τον προσέχω εγώ!" υποσχέθηκε ο Μιχαλάκης και ο γερό Εκρέμ τον εμπιστεύτηκε. Όλοι τον ξέραν τον Μιχαλάκη, ντόμπρο παιδί, ο λόγος του συμβόλαιο! Κάθισαν τα δυο φιλαράκια στον καφενέ.. ο Μεχμέτ απαρηγόρητος, "αν πάρει άλλον, στο λέω Μιχάλη θα σκοτωθώ!!" έλεγε ξανάλεγε κι έπινε ρακί σαν να τανε νεράκι. "Τί ΄ναι αυτά που λες ωρέ!" τον μάλωνε ο Μιχάλης.. και το μυαλό του δούλευε.. σκεφτόταν τί να κάνει πώς να βοηθήσει τον φίλο του..
Την άλλη μέρα το πρωί, αξημέρωτα πήγε κρυφά και χώθηκε κάτω από το παράθυρο της Φρόσως, μόλις έφυγε ο πατέρας της βρήκε ευκαιρία και χώθηκε στο δωμάτιό της. "Πες μου κόρη μια φορά και ευθύς θα φύγω. Το Μεχμέτ τον θες; τον αγαπάς;" "Τον Μεχμέτ θέλω εγώ!  ο πατέρας μου θέλει να με παντρέψει μ' άλλον, δε θα τον αφήσω όμως, θα φαρμακωθώ! καλύτερα στο χώμα παρά νύφη σε κρεβάτι βρώμικο!"
αυτό ήθελε να ακούσει ο Μιχάλης, αφού κι η Φρόσω ήθελε τον Μεχμέτ δε θα άφηνε να παντρευτεί άλλον, δε θα επέτρεπε μια τέτοια αδικία. "Δε θα κάνεις τίποτα εσύ, μη φέρεις καμμιά αντίρρηση στον πατέρα σου κι έχε μου εμπιστοσύνη" είπε ο Μιχαλάκης κι έφυγε σαν τον άνεμο από το δωμάτιο της κοπέλας.
Τη μέρα που τα Αλάτσατα είχαν στολιστεί κι ετοιμάζονταν να γιορτάσουν το γάμο της Φροσάρας με τον έμπορα την ίδια μέρα στο Σιβρισάρι ο Μεχμέτ αρρωσταίνε από καημό και ο Μιχαλάκης αρμάτωνε το άλογό του.. Το καβαλησε, ζώστηκε τα άρματα και εφυγε σαν αστραπή για τα Αλάτσατα μπούκαρε όπως ήταν αρματωμένος μες την Αγια Τριάδα και άρπαξε τη νύφη την ώρα του μυστηρίου. έτσι ο Μιχαλάκης έκλεψε τη Φροσάρα για λογαριασμό του φίλου του του Μεχμέτ και επειδή κανείς στα Αλάτσατα δεν ήξερε το όνομά του, όταν ρωτούσαν ποιός έκλεψε τη Φροσάρα όλοι λέγαν.. "ένας νέος από το Σιβρισάρι, ο Μιχάλης ο Αρματωλός!!!"
Κι έτσι η Φροσάρα κι ο Μεχμέτ έζησαν ζωή χαρισάμενη κι έκαναν πολλά παιδιά κι ο Μιχαλάκης μέσα σε μια στιγμή  από Μιχαήλ Σκευοφύλαξ του Γωργίου,  έγινε Μιχαήλ Αρματωλός του Γεωργίου.. και ζήσανε αυτοί καλά κι εμείς.. καλύτερα μέσα από τις ιστορίες τους.. 

Δευτέρα 17 Δεκεμβρίου 2012

Χριστουγεννιάτικες Ιστορίες.. (Η Διομελένια)



Στο πνεύμα των ημερών σκέφτηκα να μοιράζομαι εδώ μαζί σας  όμορφες Χριστουγεννιάτικες ιστορίες που διαβάζουμε τα βράδια με την κόρη μου. Κι αν σας αρέσουν να τις διαβάσετε κι εσείς σε κάποιον που αγαπάτε




Η  Διομελένια...


Η Νύχτα και το Σκοτάδι ήταν δύο αγαπημένα αδερφάκια. Μόνο που διέφεραν πολύ. Η Νύχτα ήταν χαρούμενη και ξέγνοιαστη ενώ το Σκοτάδι ήταν μελαγχολικό κι απομονωμένο στην έρημη και απόμερη μεριά της πόλης. Γι αυτό, το Σκοτάδι ένιωθε πλήξη, μονοτονία και μοναξιά. Μάταια το καλούσε η αδερφή του η Νύχτα να βγεί από την βαθειά κρυψώνα του, να έρθει στη γιορτινή πλατεία με τα χριστουγεννιάτικα στολίδια και τους Αγιο Βασίληδες και να παίξουνε με τα παιδιά που έτρεχαν τριγύρω χαρούμενα.
Όταν η θεία τους η Μέρα κουραζόταν από τις πολλές και δύσκολες δουλειές των ανθρώπων, ζαλισμένη από τις πολλές κουβέντες και τις φωνές τους, τα πέρα- δώθε στους δρόμους και στα γραφεία, άνοιγε ένα στόμα τεράστιο και χασμουριόταν. Τότε από μέσα ξεπετάγονταν νυχτοπούλια, νυχτερίδες, κουκουβάγιες και ξωτικά της νύχτας.
Ο Μπάρμπα Ήλιος, αποκαμωμένος κι αυτός, μάζευε τις κόρες του τις ηλιαχτίδες κι αφού έριχνε ένα τελευταίο βλέμμα τριγύρω, αν όλα ήταν τακτοποιημένα, έλεγε καληνύχτα στη θεία Μέρα κι έγερνε στο πίσω κρεβάτι των λόφων. Σιγά- σιγά, οι δρόμοι, τα κτίρια και τα μαγαζιά ερήμωναν.
Το χιόνι έπεφτε δίχως διακοπή. Ψυχή δεν υπήρχε πουθενά και μόνο δύο παράξενες σκιές άρχιζαν να σαλεύουν. Η Νύχτα και το Σκοτάδι, τα δύο αγαπημένα αδερφάκια. ''Έλα, πού είσαι; Βγες να παίξουμε'', ψιθύριζε η Νύχτα στο Σκοτάδι καθώς έκανε τσουλήθρα στους παγωμένους δρόμους. Μα τα σκοτάδια δεν φαίνονται, αφού πάντα είναι κρυμμένα σε απόμερα μέρη. Η Νύχτα επέμενε και καλούσε το Σκοτάδι να βγει χορεύοντας και σιγοτραγουδώντας χαρούμενη, μέσα στους γιορτινούς δρόμους, παρέα με τις νιφάδες χορεύτριες του χιονιού που έπεφταν απαλά επάνω στα κράσπεδα των πεζοδρομίων και στα περβάζια των μπαλκονιών. Τα λαμπιόνια από τα χριστουγεννιάτικα δέντρα αναβόσβηναν μπροστά στα παράθυρα των σπιτιών που ήταν στολισμένα με αγγελάκια και Αγιοβασίληδες. ''Βγες να δεις τι ωραία που είναι όλα'', ξαναείπε η Νύχτα και καθώς παραπάτησε επάνω σε κάτι, πήρε μια τούμπα και ξαπλώθηκε φαρδιά - πλατιά επάνω στο χιόνι. Τότε έγινε διακοπή ρεύματος. Όλα τα φώτα της πόλης έσβησαν, μα κι από τον ουρανό σα να έσβησαν ξαφνικά όλα τα αστέρια.
Η Νύχτα βρήκε το Σκοτάδι και τα δύο αδερφάκια συμφώνησαν τελικά να παίξουν ένα παιχνίδι που έπαιζαν συχνά... τις αστρόμπαλες. Καθώς έψαχνε η Νύχτα στον ουρανό να κατεβάσει μια χούφτα αστέρια, το Σκοτάδι της έδειξε κάτι που λαμπύριζε λίγο πιο πέρα στη μέση του δρόμου.
Η Νύχτα έσκυψε και είδε ότι ήταν ένα μικρό αστέρι που στραφτάλιζε το φως του, σαν ψάρι που ανέπνεε στην ξηρά. ''Πώς βρέθηκες εσύ εδώ''; Είπε η Νύχτα και το πήρε προσεκτικά στην αγκαλιά της. Το μικρό αστέρι πρώτα κοκκίνισε, ύστερα έγινε ροζουλί και στο τέλος πήρε ένα χρώμα μελί! Ήταν τόσο όμορφο και φωτεινό που το Σκοτάδι βγήκε από την κρυψώνα του και χαμογέλασε.
Τότε μισοφωτίστηκε η έρημη κι απόμερη γωνιά της πόλης.
- Πώς σε λένε αστέρι - αστεράκι;
- Διομελένια με λένε, είπε αυτό κι αφού γαλαζοπρασίνισε ξανάγινε μελί!
- Και πού μένεις Διομελένια;
- Ουρανού και Σελήνης 4, ζαλίστηκα κι έπεσα εδώ, είπε και χρυσαφοκιτρίνισε, πριν γίνει πάλι μελί!
Το Σκοτάδι είχε πλησιάσει τόσο πολύ το αστέρι που φωτίστηκε κι άλλαζε κι αυτό χρώματα.
- Θέλω να μείνεις για πάντα εδώ. Να σ'αγαπώ και να με φωτίζεις, είπε το Σκοτάδι.
- Όχι, θα με ψάχνει η γιαγιά μου η Πούλια, πρέπει να φύγω, είπε κι έσταξε ένα μικρό διαμαντάκι, σαν δάκρυ, στα πόδια της Νύχτας.
Το Σκοτάδι έσκυψε να σηκώσει το διαμαντάκι του αστεριού.
- Μπορώ τουλάχιστον να κρατήσω το διαμαντάκι σου; ρώτησε, μα το αστέρι είχε εξαφανιστεί.
Στο κατώφλι της γης, η γιαγιά η Πούλια είχε φέξει με το αστροφάναρό της κι αφού είδε τη Διομελένια, την πήρε από την αγκαλιά της Νύχτας και την καρφίτσωσε στο πέτο του ουρανού! Αμέσως άναψαν όλα τα φώτα της πόλης!
Η γιαγιά η Πούλια κι η Διομελένια γύρισαν πίσω στο σπίτι τους κι όλα στον ουρανό και στη γη ξανάγιναν γιορτινά και χαρούμενα! Με τα λαμπιόνια από τα χριστουγεννιάτικα δέντρα να αναβοσβήνουν μπροστά στα παράθυρα των σπιτιών!
Με τον Αϊ Βασίλη που κάθε τόσο πάρκαρε το έλκηθρο του στις σκεπές των σπιτιών για να ρίξει από τις καμινάδες τα δώρα των παιδιών και με τις νιφάδες χορεύτριες που είχαν στήσει τρελό χορό ολόγυρα στους γιορτινούς δρόμους!
Σκοτάδι κρυμμένο στην έρημη κι απόμερη μεριά της πόλης σταμάτησε να είναι μελαγχολικό και δεν ένοιωθε πια πλήξη, μοναξιά και μονοτονία, αφού έκρυβε μέσα του το διαμαντάκι του αστεριού! Κάθε τόσο έπαιζε με την αδερφή του τη Νύχτα και διασκέδαζαν αλλάζοντας χρώματα, όπως το αστέρι.
Ίσως σε κάθε σκοτάδι να υπάρχει κρυμμένο ένα τέτοιο μικρό διαμαντάκι!