Δευτέρα 17 Δεκεμβρίου 2012

Χριστουγεννιάτικες Ιστορίες.. (Η Διομελένια)



Στο πνεύμα των ημερών σκέφτηκα να μοιράζομαι εδώ μαζί σας  όμορφες Χριστουγεννιάτικες ιστορίες που διαβάζουμε τα βράδια με την κόρη μου. Κι αν σας αρέσουν να τις διαβάσετε κι εσείς σε κάποιον που αγαπάτε




Η  Διομελένια...


Η Νύχτα και το Σκοτάδι ήταν δύο αγαπημένα αδερφάκια. Μόνο που διέφεραν πολύ. Η Νύχτα ήταν χαρούμενη και ξέγνοιαστη ενώ το Σκοτάδι ήταν μελαγχολικό κι απομονωμένο στην έρημη και απόμερη μεριά της πόλης. Γι αυτό, το Σκοτάδι ένιωθε πλήξη, μονοτονία και μοναξιά. Μάταια το καλούσε η αδερφή του η Νύχτα να βγεί από την βαθειά κρυψώνα του, να έρθει στη γιορτινή πλατεία με τα χριστουγεννιάτικα στολίδια και τους Αγιο Βασίληδες και να παίξουνε με τα παιδιά που έτρεχαν τριγύρω χαρούμενα.
Όταν η θεία τους η Μέρα κουραζόταν από τις πολλές και δύσκολες δουλειές των ανθρώπων, ζαλισμένη από τις πολλές κουβέντες και τις φωνές τους, τα πέρα- δώθε στους δρόμους και στα γραφεία, άνοιγε ένα στόμα τεράστιο και χασμουριόταν. Τότε από μέσα ξεπετάγονταν νυχτοπούλια, νυχτερίδες, κουκουβάγιες και ξωτικά της νύχτας.
Ο Μπάρμπα Ήλιος, αποκαμωμένος κι αυτός, μάζευε τις κόρες του τις ηλιαχτίδες κι αφού έριχνε ένα τελευταίο βλέμμα τριγύρω, αν όλα ήταν τακτοποιημένα, έλεγε καληνύχτα στη θεία Μέρα κι έγερνε στο πίσω κρεβάτι των λόφων. Σιγά- σιγά, οι δρόμοι, τα κτίρια και τα μαγαζιά ερήμωναν.
Το χιόνι έπεφτε δίχως διακοπή. Ψυχή δεν υπήρχε πουθενά και μόνο δύο παράξενες σκιές άρχιζαν να σαλεύουν. Η Νύχτα και το Σκοτάδι, τα δύο αγαπημένα αδερφάκια. ''Έλα, πού είσαι; Βγες να παίξουμε'', ψιθύριζε η Νύχτα στο Σκοτάδι καθώς έκανε τσουλήθρα στους παγωμένους δρόμους. Μα τα σκοτάδια δεν φαίνονται, αφού πάντα είναι κρυμμένα σε απόμερα μέρη. Η Νύχτα επέμενε και καλούσε το Σκοτάδι να βγει χορεύοντας και σιγοτραγουδώντας χαρούμενη, μέσα στους γιορτινούς δρόμους, παρέα με τις νιφάδες χορεύτριες του χιονιού που έπεφταν απαλά επάνω στα κράσπεδα των πεζοδρομίων και στα περβάζια των μπαλκονιών. Τα λαμπιόνια από τα χριστουγεννιάτικα δέντρα αναβόσβηναν μπροστά στα παράθυρα των σπιτιών που ήταν στολισμένα με αγγελάκια και Αγιοβασίληδες. ''Βγες να δεις τι ωραία που είναι όλα'', ξαναείπε η Νύχτα και καθώς παραπάτησε επάνω σε κάτι, πήρε μια τούμπα και ξαπλώθηκε φαρδιά - πλατιά επάνω στο χιόνι. Τότε έγινε διακοπή ρεύματος. Όλα τα φώτα της πόλης έσβησαν, μα κι από τον ουρανό σα να έσβησαν ξαφνικά όλα τα αστέρια.
Η Νύχτα βρήκε το Σκοτάδι και τα δύο αδερφάκια συμφώνησαν τελικά να παίξουν ένα παιχνίδι που έπαιζαν συχνά... τις αστρόμπαλες. Καθώς έψαχνε η Νύχτα στον ουρανό να κατεβάσει μια χούφτα αστέρια, το Σκοτάδι της έδειξε κάτι που λαμπύριζε λίγο πιο πέρα στη μέση του δρόμου.
Η Νύχτα έσκυψε και είδε ότι ήταν ένα μικρό αστέρι που στραφτάλιζε το φως του, σαν ψάρι που ανέπνεε στην ξηρά. ''Πώς βρέθηκες εσύ εδώ''; Είπε η Νύχτα και το πήρε προσεκτικά στην αγκαλιά της. Το μικρό αστέρι πρώτα κοκκίνισε, ύστερα έγινε ροζουλί και στο τέλος πήρε ένα χρώμα μελί! Ήταν τόσο όμορφο και φωτεινό που το Σκοτάδι βγήκε από την κρυψώνα του και χαμογέλασε.
Τότε μισοφωτίστηκε η έρημη κι απόμερη γωνιά της πόλης.
- Πώς σε λένε αστέρι - αστεράκι;
- Διομελένια με λένε, είπε αυτό κι αφού γαλαζοπρασίνισε ξανάγινε μελί!
- Και πού μένεις Διομελένια;
- Ουρανού και Σελήνης 4, ζαλίστηκα κι έπεσα εδώ, είπε και χρυσαφοκιτρίνισε, πριν γίνει πάλι μελί!
Το Σκοτάδι είχε πλησιάσει τόσο πολύ το αστέρι που φωτίστηκε κι άλλαζε κι αυτό χρώματα.
- Θέλω να μείνεις για πάντα εδώ. Να σ'αγαπώ και να με φωτίζεις, είπε το Σκοτάδι.
- Όχι, θα με ψάχνει η γιαγιά μου η Πούλια, πρέπει να φύγω, είπε κι έσταξε ένα μικρό διαμαντάκι, σαν δάκρυ, στα πόδια της Νύχτας.
Το Σκοτάδι έσκυψε να σηκώσει το διαμαντάκι του αστεριού.
- Μπορώ τουλάχιστον να κρατήσω το διαμαντάκι σου; ρώτησε, μα το αστέρι είχε εξαφανιστεί.
Στο κατώφλι της γης, η γιαγιά η Πούλια είχε φέξει με το αστροφάναρό της κι αφού είδε τη Διομελένια, την πήρε από την αγκαλιά της Νύχτας και την καρφίτσωσε στο πέτο του ουρανού! Αμέσως άναψαν όλα τα φώτα της πόλης!
Η γιαγιά η Πούλια κι η Διομελένια γύρισαν πίσω στο σπίτι τους κι όλα στον ουρανό και στη γη ξανάγιναν γιορτινά και χαρούμενα! Με τα λαμπιόνια από τα χριστουγεννιάτικα δέντρα να αναβοσβήνουν μπροστά στα παράθυρα των σπιτιών!
Με τον Αϊ Βασίλη που κάθε τόσο πάρκαρε το έλκηθρο του στις σκεπές των σπιτιών για να ρίξει από τις καμινάδες τα δώρα των παιδιών και με τις νιφάδες χορεύτριες που είχαν στήσει τρελό χορό ολόγυρα στους γιορτινούς δρόμους!
Σκοτάδι κρυμμένο στην έρημη κι απόμερη μεριά της πόλης σταμάτησε να είναι μελαγχολικό και δεν ένοιωθε πια πλήξη, μοναξιά και μονοτονία, αφού έκρυβε μέσα του το διαμαντάκι του αστεριού! Κάθε τόσο έπαιζε με την αδερφή του τη Νύχτα και διασκέδαζαν αλλάζοντας χρώματα, όπως το αστέρι.
Ίσως σε κάθε σκοτάδι να υπάρχει κρυμμένο ένα τέτοιο μικρό διαμαντάκι!

Δευτέρα 12 Νοεμβρίου 2012

Πιάσε με

Σήμερα το πρωί ξεκίνησα νωρίς από το σπίτι μου για να πάω να στηθώ στην ουρά ωστε να εγγραφώ κι εγω επισήμως στις λίστες ανέργων της χώρας. Καθώς επέστρεφα σπίτι μου και στο μυαλό μου ειχα την, όχι και τόσο κολακευτική, εικόνα-σκέψη εμενα να ζητιανέυω τα χρήματα που το κράτος κοστολόγησε τη ζωή μου κάθε μήνα, και σκεπτόμενη παράλληλα οτι πρέπει να καταπιώ την αξιοπρέπειά μου σε διάφορους τομείς..
 περπατούσα και περπατούσα και περπατούσα.. ώσπου πέρασα κάτω από ένα μικρό μπαλκονάκι ενός υπερυψωμένου ισογείου διαμερίσματος. Αυτά τα μπαλκονάκια που ίσα χωράει μια καρέκλα κι αυτή με τα δυο από τα τέσσερα πόδια της μέσα στο δωμάτιο.
 Σε μιά τέτοια καρέκλα καθόταν ένας νεαρός που το πρόσωπό του πρόδιδε ότι μάλλον ήταν ένα απο αυτά τα ιδιαίτερα παιδιά της "οικογένειας του συνδρόμου Down".
Μέσα από το διαμέρισμα ακουγόταν η φωνή της Τσαλιγοπούλου να τραγουδάει "Πιάσε μεεε, αν μπορείς έλα και πιάσε μεε" τη συνόδευε με την όμορφη φωνή του κι ο νεαρός του μπαλκονιού" Καθώς πλησίαζα το βλέμμα μου έπεσε πάνω του, χαμογέλασα με την ομορφιά του και την ευτυχία του εκείνη τη στιγμή. Αυτός άπλωσε τα χέρια του από την κουπαστή του προστατευτικού του μπαλκονιου, και μου φωναξε τραγουδώντας "πιάαασε μεεεε, κοπέλαα, πιάσε με, αν μπορείς έλα και πιάσε με!!" μου προέτεινε τα χέρια του και τον έπιασα, στην αρχή το ένα του χέρι, μετά το άλλο.. και χορέψαμε!! Μαζί, εκείνος απο το μπαλκονάκι του κι εγώ στο πεζοδρόμιο..μας έβλεπαν οι γείτονες και ειμαι σίγουρη οτι κατα βάθος με ζήλευαν! όλα έφυγαν μακρυά, και οι σκέψεις και ο ο αεδ και τα προβλήματα.. αυτές οι λίγες στιγμές ήταν αρκετές για να χαμογελάω ακόμη 2 ωρες μετά..
Τελείωσε το τραγούδι, αφήσαμε τα χέρια και ο όμορφος καβαλιέρος μου, μου είπε: "Γεια σου κοπέλα! Ευχαριστω!"
Εγω σε ευχαριστώ όμορφε, εγώ! ειπά κι έφυγα.. καθώς απομακρυνόμουν τον ακουσα που φωναξε "Κοπέλααααα να ξανα-ρθεις.." και λίγα δευτερόλεπτα μετά τη φωνή του να τραγουδάει.. "πιάαασεεε μεεεε, αν μπορείς ελα και πιάσε μεεεε"

Εγώ ήμουν από τους τυχερούς που τον έπιασαν.. και ακόμη και τωρα που σας γραφω.. σιγοψιθυρίζω.. "πιάσε μεεε"

Τρίτη 16 Οκτωβρίου 2012

Από έρωτα..

Ένα πρωί καθώς πήγαινα στη δουλειά μου, ανέβηκε στο λεωφορείο ένας επιβάτης που ήταν φανερό ότι επρόκειτο για άνθρωπο που έκανε χρήση ναρκωτικών. Ηλικία απροσδιόριστη.. άλλωστε, έχουν ηλικία τα φαντάσματα; Όπως ήταν αναμενόμενο τράβηξε πολλά (αν όχι όλα) βλέμματα πάνω του κατά την είσοδό του. Ο ίδιος έψαξε το χώρο με το βλέμμα του και εντόπισε κάποιες άδειες θέσεις, πάει λοιπόν και κάθεται εκεί. Θυμάμαι ακόμη τί φορούσε, καρό καθαρό πουκάμισο κι ένα χακί παντελόνι. Τα ρούχα του περιποιημένα, ο εαυτός του όχι. (Αργότερα υπέθεσα ότι κάποια ηλικιωμένη μανούλα μάλλον φροντίζει να βρίσκει ο γιος της φρεσκοπλυμένα και σιδερωμένα ρούχα)

Κάθισε λοιπόν σε μια από τις "ανάποδες" θέσεις με αποτέλεσμα να τον έχω συνεχώς, στο οπτικό μου πεδίο. Τον έβλεπα και σκεφτόμουν αν η οικογένεια του είχε αντιληφθεί εγκαίρως το πρόβλημά του και αν ειχαν προσπαθήσει να τον βοηθήσουν, όπως είπα και πριν ήταν περιποιημένα τα ρούχα του, φαινόταν οτι κάποιος φρόντιζε γι αυτά, αρα κάποιος τουλάχιστον τον αγαπούσε. Από τις σκέψεις μου αυτές με έβγαλε μια του κίνηση, η κίνηση που έκανε για να βγάλει από την τσέπη του ένα μικρό διπλωμένο χαρτάκι.. άρχισε να το ξεδιπλώνει, μελάνια σε χρώματα πολλά.. οπως το άνοιγε παρατήρησα ότι ήταν αυτά τα χαρτιά με τους αγώνες του στοιχήματος του οπάπ. "Παμε στοιχημα" έγραφε πάνω. Όσο ξεδίπλωνε είχα ήδη καταλάβει τί γινόταν μπροστά μου. αλλά αρνιόμουν να το πιστέψω.. μέχρι που άνοιξε καλά το χαρτάκι το στερέωσε ανάμεσα στον αντιχειρα και τον μέσο, ενώ με το δείκτη συγκρατούσε τη σκόνη που ήταν "κρυμμένη" για να μην πέσει. Με το άλλο χέρι έβγαλε ένα κομμένο κόκκινο καλαμάκι κι άρχισε εκεί μπροστά σε όλους να "σνιφάρει"! Ό,τι απέμεινε με μια γρήγορη σχετικά κίνηση γεμάτη λαχτάρα, άρχισε να το γλύφει από το χαρτάκι! Ξαναδίπλωσε το χαρτάκι και το έβαλε στην τσέπη του. Οι συνεπιβάτες τον κοιτούσαν, άλλοι κουνουσαν το κεφάλι τους, άλλοι χαζογελούσαν δείχνοντας τον, άλλοι έστρεφαν το κεφάλι τους άλλου, αλλά τα μάτια τους εκεί, καρφωμένα πάνω του! Εγώ σκέφτηκα οτι ήμουν πολύ τυχερή που δεν ήταν μαζί η κόρη μου. Πώς θα απαντούσα στις ερωτήσεις που θα γεννούσε το μυαλουδάκι της; Όμως κανείς δε μίλησε, ούτε κι εγω..
Αμέσως μετά, έβγαλε κι άλλο χαρτάκι "Πάμε στοίχημα" έγραφε κι αυτό, ξεκινά μια παρόμοια διαδικασία μόνο που τώρα η σκόνη που "κοιμόταν" μέσα δεν ήταν τόσο άσπρη όσο η προηγούμενη, ήταν λίγο πιο.. καφέ, πιο "βρώμικο" λευκό. Ανατρίχιασα, δεν ήθελα να πιστέψω αυτό που έβλεπα. Κι όμως ο τύπος αυτός, έβγαλε κάποια σύνεργα και άρχισε να προετοιμάζεται να "σουτάρει" εκεί μες το λεωφορείο! Πάλι κανείς δε μίλησε ούτε κι εγω.. ήταν άλλωστε η στάση μου έπρεπε να κατέβω.

Κατέβηκα και καθώς το σκεφτόμουν αυτό το περιστατικό άρχισα να θυμώνω με τον εαυτό μου!! Κατ' αρχήν θύμωσα που το πρόβλημα μου ήταν οτι ο άνθρωπος αυτός έκανε χρήση μέσα στο λεωφορείο και όχι το οτι έκανε χρήση γενικά!! Το πού ήταν αυτό που μας πείραξε; ή ότι υπάρχουν αιτίες που τον έσπρωξαν εκεί κι άνθρωποι-τέρατα που του πουλάνε αυτό το δηλητήριο; Αν αυτός ο άνθρωπος ήταν πατέρας μου, αδελφός μου, γιος μου θα ήθελα οι συνάνθρωποι να τον κοιτάνε και να μην τον βλέπουν; να τον προσπερνάνε και να μην ενοχλούνται για τίποτα παρα μόνο για το ότι τους χάλασε την αισθητική τους πρωί-πρωί;

Θύμωσα και με τους άλλους, γιατί κανείς δεν βρέθηκε να κάνει κάτι διαφορετικό, όλοι κάναμε την "πάπια"! Κι αφού μας ενοχλούσε, κανείς δεν είχε τα "κότσια" να του κάνει παρατήρηση. Να του δώσει έστω κι έτσι κάποια σημασία. Η αλήθεια είναι οτι τον φοβόμασταν! Ναι! Φοβόμασταν να του μιλήσουμε, την ίδια ώρα που κι εκείνος (και το πιστεύω αυτό) φοβόταν εμάς!

Αυτές τις σκέψεις μου αργότερα μέσα στη μέρα τις μοιράστηκα με τον "άλλο μου εαυτό", έναν άνθρωπο δικό μου με τον οποίο συζητάω τα πάντα σα να μιλάω στον εαυτό μου, σε εκείνον δε ντρεπόμουν να πώ αυτά που ένοιωσα. Κι όμως ακόμη είχα αυτή την πίκρα του "γιατί δεν μίλησα;"


Δυο - τρεις μέρες αργότερα στην ίδια στάση που είχε ανέβει την προηγούμενη φορά, την ίδια ώρα ο ίδιος άνθρωπος μπήκε στο λεωφορείο. Ίδιες κινήσεις, "σκάναρε" το χώρο, βρήκε διαθέσιμη θέση, έκατσε κι έβγαλε απο την τσέπη του το χαρτάκι που έγραφε "πάμε στοίχημα".. Ειχα μπροστά μου έναν άνθρωπο που "έπαιζε στοιχημα" την ίδια του τη ζωή! Χωρίς να το πολυσκεφτώ, πήγα και κάθισα δίπλα του. Οι συνεπιβάτες σχεδόν κρατούσαν την αναπνοή τους. Κάθισα εκεί δίπλα του κι αυτός συνέχιζε τα όσα έκανε. Έσκυψα προς το μέρος του και τον ρώτησα : "Γιατί ρε φιλαράκο μου; γιατί;" (Η αλήθεια είναι οτι περίμενα να με βρίσει το λιγότερο)
Σήκωσε το κεφάλι του και με κοίταξε με ένα βλέμμα που δεν μπορώ να το περιγράψω,  άδειο και ταυτόχρονα ζωηρό. Παγωμένο και ταυτόχρονα ζεστό και υγρό. Φοβισμένο και αποφασιστικό μαζί.
"Πίνω για να γαμήσω το μυαλό μου!" αυτή ήταν η απάντηση που πήρα.. "να γαμήσω το μυαλό μου" !
Το μόνο που σκέφτηκα να του πώ εκείνη την ώρα ήταν : "Αν θες να γαμήσεις το μυαλό σου, άσε τις χημείες κι ερωτέψου ρε!"  Τότε κάτι σαν χαμόγελο ειρωνικό πήγε να σχηματιστεί στο πρόσωπό του και μου ήρθε η απάντηση κεραυνός! "Από έρωτα την πάτησα κοπελιά! Από έρωτα! έγινα έτσι για ένα μουνί!"
Τον προέτρεψα να με κοιτάξει στα μάτια  η καρδιά μου χτυπούσε πολύ δυνατά, δεν ήξερα ούτε τί έκανα ούτε γιατί. "Κοίτα με, κοίτα με στα μάτια!!" του ειπα.. αυτός πολύ δειλά σήκωσε τα μάτια του και με κοίταξε, του είπα αυτό που έβλεπα: "Κάτω από τη μάσκα που το δηλητήριο που ποτίζεις το κορμί και την ψυχή σου, εχει φτιάξει στο πρόσωπό σου, εγώ βλέπω έναν άντρα όμορφο και δυνατό που πολλές κοπέλες θα ΄ήθελαν να έχουν δίπλα τους! Αρκεί.. να βγάλεις τη μάσκα που σου φόρεσε το δηλητήριο, κι αυτή τη μάσκα μόνο εσύ μπορείς να τη βγάλεις και να την πετάξεις μακρυά!"
Στο άκουσμα αυτής μου της φράσης ο άνθρωπος δίπλα μου ΕΛΑΜΨΕ! Τελικά αυτό που χρειαζόταν ήταν ένας άνθρωπος να μιλήσει. Μου είπε κι άλλα πολλά που δε θέλω (νομίζω είναι αδιακρισία) να τα γράψω εδώ. Όμως θέλω να μοιραστώ μαζί σας κάποιες λεπτομέρειες.

Ο άνθρωπος αυτός λαχταρούσε να μιλήσει και κάποιος να τον ακούσει ακόμη κι αν έλεγε σαχλαμάρες  Να δείξει κάποιος ενδιαφέρον στα όσα τον απασχολούν.
Οι συνεπιβάτες στη ροή της διαδρομής άρχισαν να κοιτάνε εμένα σαν τρελή! (μπορεί και να είμαι)

Όλοι είχαν αποστροφή στο βλέμμα τους, κανείς δεν καταδέχτηκε να χαμογελάσει ή έστω να κοιτάξει το συνομιλητή μου.

Μια κυρία όταν κατέβαινα  τραβήχτηκε να μην την ακουμπήσω. Μάλλον η ευγένεια λερωνει..

Ο άνθρωπος αυτός μάλλον οταν κατέβηκα εγω συνέχισε ό,τι ειχε ξεκινήσει να κάνει, όμως έστω και για λίγα λεπτά έπαψε να σκέφτεται την "παραμύθα" του κι αυτό, βοήθησα εγώ να γίνει,  κάτι για το οποίο θα καμαρώνω σε όλη μου τη ζωή! (μακάρι να ειχα τον τρόπο και τις γνώσεις να έκανα κάτι παραπάνω από αυτή την ολιγόλεπτη παράταση)

Όταν έφτασα στη στάση μου του είπα: "Εδώ κατεβαίνω"  μου είπε.. "Να 'σαι καλά!" και όταν διέσχιζα τον δρόμο τον είδα που με κοιτούσε απο το παράθυρο του λεωφορείου.

Είμαι σίγουρη οτι οι συνεπιβάτες μου σιχαίνονταν να κοιτάξουν τον ταλαιπωρημένο ανθρωπο δίπλα μου, αλλά τον κοστουμαρισμένο με το πανάκριβο αυτοκίνητο διακινητή του δηλητηρίου που δηλώνει "επιχειρηματίας" θα ήταν περήφανοι να τον έχουν σε ένα τραπέζι στο σπίτι τους, να κάθεται δίπλα στα παιδιά τους.

Τελευταία λεπτομέρεια, εύχομαι κάθε μέρα από τότε, ο άνθρωπος αυτός να βρει κουράγιο να (ξανά) ερωτευτεί και να γαμήσει έτσι το μυαλό του, μόνο ο έρωτας μπορεί να τον "σώσει" γιατί ο έρωτας είναι ζωή! Κι αφού αυτός τον έμπλεξε.. τώρα οφείλει να τον ξεμπλέξει!