
Ήταν λέει σούρουπο, ο ουρανός είχε αυτο το κόκκινο-ροζ χρώμα στην ακρη του ορίζοντα και σιγά -σιγά σκούραινε καθώς ανέβαινε το βλέμμα προς τα πάνω... ψηλότερα, ξεκινώντας από το απαλό γαλάζιο και φτάνοντας σταδιακά μέχρι το βαθύ μπλέ, αυτό που όταν το κοιτάς σε μπερδεύει και σε κάνει να το νομίζεις για μαύρο. Σε ξεγελάει όμως... δεν είναι μαύρο..!
καθόμουν σε ένα βραχάκι εκεί δίπλα στο γκρεμό... κάτω από τα πόδια μου ο κόσμος όλος, νόμιζες πως άν ανοίξεις τα χέρια σου θα έπερνες αγκαλιά όλη την πόλη, όλη τη χώρα, όλη τη Γη.!! Σηκώθηκα όρθια, πήγα στην άκρη, στο χείλος του γκρεμού και καθώς πάτησα το πόδι μου εκει, ένα-δυο πετραδάκια κύλησαν και έπεσαν στο κενό... τα ακολούθησα με το βλέμμα μου.... ένοιωσα έναν ίλιγγο, μιά ζάλη... (όπως όταν είμαι στην αγκαλιά σου) πισωπάτησα, και μόλις ένοιωσα πιο ασφαλής άνοιξα τα χέρια μου για να αγκαλιάσω όλο τον κόσμο... (και μαζί του και εσένα!) Έμεινα εκεί όρθια με τα χέρια ανοιχτά και άφηνα το βραδυνό αεράκι να μου χαϊδεύει τα μαλλιά, το πρόσωπο, μπήκε από το ανοιχτο μου πουκάμισο και με φίλισε φευγαλέα στο στέρνο, μόνο για μια στιγμή (όπως κάνεις και εσύ) και γώ ανατρίχιασα στο αγγιγμά του (όπως και στο δικό σου)... 'Ηξερα οτι δεν ήσουν εσύ εκεί, ήξερα πως ήταν ο αγέρας.... άλλωστε του μοιάζεις τόσο πολύ....! το ίδιο φευγαλέος ,το ίδιο αόρατος αλλά ταυτόχρονα τόσο ζωντανός, τόσο δυνατός, το ίδιο άπιαστος....
Άκουσα μια φωνή, πολλές φωνές, χαρούμενες, νομίζω τραγουδούσαν... γύρισα και κοίταξα πίσω μου... κανείς! Αλλά το τραγούδι και τα γέλια όλο και δυνάμωναν όλο και γινόντουσαν πιο καθαρά, ναι τώρα ήμουν σίγουρη! Άκουγα τραγούδια, φωνές γέλια... και κιθάρες... ναι , ναι και κιθάρες! Ξανακοίταξα... να! τώρα τους είδα .... ένα καραβάνι Τσιγγάνων με πλησίαζε... νεαρές Τσιγγάνες με πολύχρωμα φανταχτερά μακρυά φουστάνια και λουλούδια στα μαλλιά χόρευαν και γελούσαν... κάποιες μεγαλύτερες σε ηλικία χτυπούσαν παλαμάκια και δίναν το ρυθμό... ένας άλλος Τσιγγάνος έπαιζε εκστατικά στην κιθάρα του ένα υπέροχο κομμάτι... νεαροί Τσιγγάνοι κοιτούσαν τις γοητευτικές χορεύτριες με βλέμματα γεμάτα πόθο.. ήταν όλοι χαρούμενοι... κι ας ήταν το τραγούδι μελαγχολικό...! Έφτασαν μπροστά μου... σταμάτησαν, με χαιρέτισαν, από μια άμαξα στολισμένη με όλων των ειδών τα μπιχλιμπίδια κατέβηκαν δυο μικρά κοριτσάκια πανέμορφα, μαλαχροινά με μάτια που έλαμπαν. Το ένα ήρθε και με έπιασε από το χέρι χαμογελόντας! Με τράβηξε προς την άμαξα, την ακολούθησα, μου άνοιξε την πόρτα που έκανε έναν αστείο αλλά και μαγικό θόρυβο από τα πάμπολα κουδουνάκια και στολίδια που είχε πάνω της. Μπήκα μέσα...
Μια γριά Τσιγγάνα καθόταν σκυφτή δεν έβλεπα το πρόσωπό της, ένοιωθα όμως τα μάτια της πάνω μου. Χτύπησε την παλάμη της απαλά στο κάθισμα δίπλα της κάνοντας μου νόημα να καθίσω. Υπάκουσα! Τότε γύρισε προς το μέρος μου και τράβηξε το μαντήλι από τα μαλλιά της. Φάνηκαν δυο μικρά ματάκια ανάμεσα σε χιλιάδες ρυτίδες, χαμογέλασε και ένα χρυσό δόντι , το μοναδικό ίσως που είχε στο στόμα της, έλαμψε εκτυφλωτικά...!
-Γεια σου μικρή ! Μου είπε
-Γεια σας. Απάντησα εγώ.
Παρόλο που η εμφάνισή της πρόδιδε ότι πλησίαζε στο να συμπληρώσει έναν αιώνα ζωής, η φωνή της, ήταν μπάσα και βραχνή (από το πολύ κάπνισμα υποθέτω) αλλά σταθερή και δυνατή σαν αυστηρής δασκάλας.
-Μην περιμένεις! μου είπε, δεν θα έρθει...
-Ποιος; ρώτησα εγώ με μεγάλη αφέλεια, δεν περίμενα κανέναν και τα λόγια της μου έκαναν μεγάλη εντύπωση (γιατί κατά βάθος ήξερα ότι κάποιον περίμενα να έρθει)
-Αυτός που περιμένεις δεν θα έρθει, άδικα στέκεσαι εδώ και έχει πέσει η νύχτα! έλα μαζί μας και αν αυτός θέλει να σε βρει και στου βοδιού το κέρατο να κρυφτείς θα σε βρει. Μη σκας!
-Που να έρθω; Πού θα πάτε;
-Οπου μας βγάλει ο δρόμος κορίτσι μου! Εμείς δεν έχουμε προορισμό.....Έλα μαζί μας!
-'Ερχομαι! της είπα χωρίς να το σκεφτώ καθόλου.....
Και πήγα μαζί τους... και σε κάθε στάση που κάναμε στηνότανε γιορτή... fiesta flamenca λέγανε οι Φίλοι μου....όλοι γιόρταζαν εγώ όχι.... η γριά Τσιγγάνα μου είχε πεί ότι αν θέλεις να με βρεις θα με βρεις ακομη κι αν ήμουν στου βοδιού το κέρατο... Εγώ δεν ήμουν εκεί, ήμουν δίπλα σου κοντά σου.... μιαν ανάσα από σένα... κι όμως δεν ερχόσουν να με βρεις... μου είπε η Τσιγγάνα ψέμματα, ή εσύ δεν θέλεις να με βρεις;
Ξαφνικά συνειδητοποιώ ότι η γριά Τσιγγάνα δεν λεει ποτέ ψέμματα... άρα εσύ δεν θέλεις να με βρεις.... Τότε ήταν που έκλαψα με όλη μου την ψυχή, τότε ήταν που αποφάσισα να γίνω κι εγω Τσιγγάνα... τότε ήταν που μπήκα κι εγώ στο χορό, και χόρευα εκστατικά μέχρι που νόμισα ότι σε είδα μπροστά μου... και τινάχτικα!
Άνοιξα τα μάτια μου, κοίταξα γύρω μου, δεν ήμουν με το καραβάνι, ήμουν στο σπίτι μας, στο κρεβάτι μας γύρισα να σε αγκαλιάσω, να σε δω, να σε αγκαλιάσω, αλλά εσύ δεν ήσουν εκεί... είχες φύγει... Τελικά ο καθένας μας ακολούθησε κι από ένα καραβάνι, με διαφορετική κατεύθυνση, που όμως κάποιες φορές συναντιούνται τυχαία.... και τότε καθόμαστε όλοι μαζί και απολλαμβάνουμε μια fiesta flamenca, και εκεινες τις ελάχιστες φορές γιορτάζουν όλοι, κι εγώ γιορτάζω.... γιατί είσαι κι εσύ εκεί με το δικό σου το καραβάνι, αλλά εκεί, δίπλα μου, μαζί μου, μπορώ να σε δώ και να σε αγγίξω...έστω και για λιγο... μπορώ να δω τη φωτιά να αντανακλαται στα μάτια σου...και τότε είναι εκείνες οι στιγμές που παρακαλώ το Θεό να πάρει την Τσιγγάνα ψυχή μου, γιατί μέσα σε τόση ευτυχία θα ήθελα να πεθάνω... κοιτώντας τα μάτια σου, αγγίζοντας το κορμί σου σε μια fiesta flamenca...... www.youtube.com/watch?v=Spz1LS6ZqTY&feature=related