Κυριακή, 30 Ιανουαρίου 2011

Κυριακάτικο τραπέζι


Όταν ήμουν μικρή κάθε Κυριακή πηγαίναμε για φαγητό στο πατρικό της μητέρας μου. Εκεί μας περίμεναν ο παππούς Μιχάλης και η γιαγιά Μάρω. Ήταν μεγάλη χαρα για μας τα πιτσιρίκια η κυριακάτικη αυτη επίσκεψη. Και παρόλο που το σπίτι της γιαγιάς ήταν μόνο 5 τετράγωνα μακρυά από το δικό μας.. η επίσκεψη αυτή φάνταζε σαν εκδρομή!
Το σπίτι της γιαγιάς ήταν σε μια ανηφόρα απέναντι από την εκκλησία των Τριων Ιεραρχών και λίγο πριν το τέλος του δρόμου και την αρχή του βουνού, την "αλάνα" όπως τη λέγαμε. Θυμάμαι χαρακτηριστικά την τσιμεντένια ανηφόρα με τις βαθειές "χαρακιές" για να μή γλυστράει. Δίπλα από την είσοδο του σπιτιού της γιαγιάς ήταν το μικρό μανάβικο η επιχείρηση του παππού και της γιαγιάς. Εκεί μέσα μεγάλωσα, θυμάμαι ακόμη και κάποιες από τις πελάτισσες της γιαγιάς, την κυρα-Στάσα που με ρωτούσε "τί έχουν τα πορτοκάλια" για να απαντήσω εγώ "μουνί" (έτσι έλεγα το ζουμί)  και να χασκογελάει εκείνη και να τη μαλώνει ο παππούς που με βάζει να λέω "τετοια πράμματα μωρό πράμμα). Κάθε Κυριακή λοιπόν πηγαίναμε εκεί για φαγητό οικογενειακώς, πηγαίναμε από το πρωί και φέυγαμε το βράδυ. Ανεβάιναμε τα 3-4 σκαλάκια και χτυπούσαμε με τις γροθιές μας τη τζαμένια πόρτα με το στριφογυριστό διακοσμητικό καγκελάκι.. κι ερχόταν η γιαγιά και μας άνοιγε.. πάντα με μια ποδιά στη μέση και το ποτηρόπανο στο χέρι.. και μπαίναμε μέσα και γέμιζαν τα πνευμόνια μας τη μυρωδιά του σπιτιού της γιαγιάς μια μίξη χλωρίνης και χοιρινού με σέλινο! Όσο κι αν ακούγεται αηδιαστικό εγω αυτή τη μυρωδιά τη λάτρευα. Μπαίνοντας στο διάδρομο δεξιά ήταν η πόρτα που οδηγούσε στο "σαλόνι" Ενα μπαουλοντίβανο για καναπέ, ένα μεγάλο ξύλινο τραπέζι ροτόντα πάντα με τις προεκτάσεις όμως που του έδιναν σχήμα "οβάλ", με ξύλινες καρέκλες.. Απέναντι από την πόρτα του δωματίου ήταν ένας γυάλινος μπουφές-βιτρίνα με συρόμενα τζαμένια πορτάκια σαν κι αυτά που έχουν οι βιτρίνες των ζαχαροπλαστείων "το σερβάν" όπως έλεγε η γιαγιά, κι εκει μέσα ήταν όλη η προίκα της! Κρυστάλλινα ποτήρια μια δωδεκάδα, και κάτι πορσελάνες...
Πάνω στο "σερβάν" ήταν τοποθετημένη η ασπρόμαυρη τηλεόραση. Θυμάμαι επίσης την ξυλόσομπα που πάνω της ψήναμε κάστανα και φετες φωμί. Αυτή ήταν όπως κοιτούσες το "σερβάν" στα αριστερά, δίπλα από την πόρτα που οδηγούσε στο υπνοδωμάτιο της γιαγιάς και του παππού κι από 'κει στην κουζίνα. Η τουαλέτα ήταν έξω στην αυλή. Έβγαινες από την κουζίνα στην μικρή αυλή του σπιτιού και αριστερά ήταν ένα μικρό καμαράκι, η τουαλέτα! Αυτό το μικρό φτωχικό σπιτάκι που εκεί σε αυτά τα δυο δωμάτια ζούσαν κάποια εποχή 7 άτομα, ο παππούς, η γιαγιά, τα τρία τους παιδιά, η γιαγιά η Φόνη (μητέρα του παππού)  και μπαμπάς της γιαγιάς, ο παππούς ο Γιώργος, στα δικά μου μάτια φάνταζε παλάτι!!!
Το πρόγραμμα της Κυριακής έιχε ως εξής (συνήθως). Αφιξη στο σπίτι της γιαγιάς. Ο παππούς έλειπε, είχε πάει για ψάρεμα από νωρίς το πρωί, κατά τις 12 το μεσημέρι επέστρεφε κι εκείνος. Εφερνε πάντα κανα δυο ψαράκια  και πάντα έλεγε "Μάρω, τηγάνισε τα να φάνε τα μωρα φρέσκο ψάρι" Η γιαγιά έιχε ήδη ετοιμάσει το φαγητό, δε ξέρω αν ήταν όντως έτσι ή αν εγω το θυμάμαι έτσι λόγω της έντονης μυρωδιάς και της υπέροχης γεύσης αλλά νομίζω ότι πάντα, κάθε Κυριακή η γιαγιά έφτιαχνε "χοιρινό με σέλινο"!
Ενα ποτηράκι κρασί για τον παππού κι ένα για τον μπαμπά. Ενα καφεδάκι που το γυρόφερνε από το πρωί η μαμά, και φρεσκοστιμμένη πορτοκαλάδα από το τελάρο με τα καλά, τα ακριβά  πορτοκαλια για μας τα κορίτσια. Τρώγαμε όλοι μαζί .. και μόλις τελειώναμε το φαγητό και μαζεύαμε το τραπέζι μας έπαιρνε η γιαγιά να πάμε  βόλτα στο βουνό (μάλλον για να κοιμηθεί λίγο ο παππούς και αυτό το σκέφτηκα μόλις τωρα) "ψηλά μέχρι το κολωνάκι" της φωνάζαμε! Το κολωνάκι ήταν ένα τσιμεντενιο κολωνάκι που σηματοδοτούσε την κορυφή. Και η καημένη η γιαγιά όσο κουρασμένη κι αν ήταν πάντα μας πήγαινε μεχρι την κορυφή. Γυρίζαμε και  τότε έφτιαχνε το καφεδάκι του παππού και του μπαμπά, και ερχόταν η ώρα του..χαλβά! Εβαζα μια ποδίτσα κι εγω γύρω από τη μέση μου, μου έφτιαχνε η μαμα μια περίτεχνη αλογοουρά και μου βαζε τσιμπίδια για να μην πέσουν τρίχες στο γλυκό, έπαιρνα ένα σκαμνάκι από αυτά με τη φορμάικα , ανέβαινα πάνω του έπιανα και μια  ξύλινη κουτάλα και ετοιμη μαγείρισσα έφτιαχνα με τη γιαγιά χαλβά σιμιγδαλένιο! Θυμάμαι πόση εντύπωση μου έκανε το πώς "ρουφούσε" το σιμιγδάλι το νερό.. και ο θόρυβος που έκανε.. το "τσιτσίρισμα"! Ακόμη και τώρα όταν φτιάχνω εγω χαλβά με την κόρη μου πλέον ανεβασμένη σε σκαμνί για μια στιγμή έχω την εικόνα της μικρής Αγγελικής και της γιαγιάς Μαρως  στην κουζίνα του παππού..
Κι όταν γινόταν ο χαλβάς  και κρύωνε τον βγάζαμε από τη φόρμα, τον πασπαλίζαμε κανέλα και το πρώτο κομμάτι ήταν δικό μου! Το έπαιρνα με καμάρι και πήγαινα στο "σαλόνι" έτρωγα μια κουταλιά και ρωτούσα τον παππού..
- 'Ε, παππού σου αρέσει ο χαλβάς που τρώω;
- Μ΄αρέσει κόρη μου, μ΄αρέσει! Μα βαλε μου κι εμενα μια σταλιά να δοκιμάσω...
Πάντα ο ίδιος διάλογος και πάντα η γιαγιά να ξεκαρδίζεται! ...
Μετά με έπαιρνε ο παππούς στα γόνατα και παίζαμε το "παιχνίδι μας".. Στο ξύλινο αυτό τραπέζι η γιαγιά είχε στρωμένο ένα τραπεζομάντηλο πλαστικό με κάτι λουλούδια πάνω.. και του άρεσε του παππού ν αμε κρατάει αγκαλιά να πιάνει τον δείκτη του χεριού μου  και να τον τοποθετεί πάνω σε κάθε λουλουδάκι και να λέει:
"Παππούς; κοκό μαμ", "Μπαμπάς, κόκο μαμ", "Αγγελικούλα, κοκό μαμ" "Μαμά. γιαγιά.. ΚΑΚΑ μαμ!" και δώστου να γελάω εγω.. και να καμαρώνει ο παππούς.. και να μας κρυφοκοιτάει η κυρα Μαρω και να χαίρεται κι αυτή.
(Τη γιαγιά μου όσο μεγάλωνα τόσο τη θαύμαζα.. μια γυναίκα που από 10 χρονών που πέθανε η μανούλα της. εγινε η ίδια μάνα για τα αλλα 3 αδέλφια αλλά και για τον πατέρα της, η φροντίδα του σπιτιού και των παιδιών όλη πάνω της. Το σχολείο το σταμάτησε όμως κάθε βραδυ με τα λιγοστά γραμματα που ήξερε διάβαζε τους άθλιου του Ουγκώ! Μετά παντρεύτηκε και ανέλαβε τη φροντίδα του άντρα της, της πεθεράς και του πατέρα της.. μέχρι που απέκτησε και 3 παιδιά το ένα μετά το άλλο και προστέθηκαν κι αυτά στην οικογένεια. Κι όλα αυτά τα έκανε αφού ξύπναγε κάθε μέρα στις 2 για να βοηθήσει τον άντρα της να πάνε στη λαχαναγορά να διαλλεξουν τα καλά ζαρζαβατικά, να γυρίσουν, να ξεφορτώσουν το αμάξι, να φτιάξει τα τελάρα, να πάει στο σπίτι να ετοιμασει τα παιδιά για το σχολείο, να μαγειρέψει, και μετά να κατέβει στο μαγαζί για να βοήσει τον άντρα της.. και το απόγευμα, δουλειές, διάβασμα των παιδιών, μαντάρισμα...  κλπ κλπ κλπ.. και το χαμόγελο δεν έφυγε ποτέ από τα χέιλη της.. ΠΟΤΕ!)
Μετά όταν έβγαινε το φεγγάρι ο παππούς με έπαιρνε αγκαλιά και βγαίναμε έξω.. και λέγαμε μαζί το "φεγγαράκι μου λαμπρό..." Σαν μωρό μίλησα και περπατησα πολύ γρήγορα, σε όλα μου βιαστική παρόλα αυτά μια λέξη μου πήρε πολύ καιρό να την πώ σωστά.. το "σύννεφο" Και να με "σταύρωνες"... "ύφαφο" έλεγα μέχρι που πήγα σχεδόν 6 χρονών! Καημό το είχε ο παππούς να με ακούσει να το λέω σωστά.. και ακόμη πιο πολύ να είναι εκείνος που θα με μάθει να το λέω σωστά! (Για το "ζουμί" δεν είχε ένσταση γιατί τον έκανε να διασκεδάζει με τις γειτόνισσες.. μεγάλος πλακατζής αλλά και βρωμόστομος ο παππούς)..
Μεγαλώνοντας προστέθηκαν κι άλλα στις κυριακάτικες επισκέψεις.. όπως η αντιγραφή και η ορθογραφία στα "διαβασματα για την επόμενη μέρα στο σχολείο" το γιαούρτι "βελουτέ, αυτό με την κοπέλα" που πήγαινα και αγόραζα από τον κυρ-Πέτρο τον παντοπώλη της γειτονιάς για να το φάει ο παππούλης με ζάχαρη και μπουκίτσες ψωμάκι... Η μυρωδιά πάντα ίδια! Χλωρίνη και χοιρινό με σέλινο.. Τώρα που γράφω αυτές τις γραμμές είμαι πολύ συγκινημένη.. η καρδιά μου χτυπάει δυνατά και δάκρυα φλερτάρουν με τα ζυγωματικά μου. Όμως χαμογελώ.. χαμογελώ και νοιώθω ζεστασιά! Ζεστασιά και ασφάλεια, την τρυφερότητα που νιώθουμε απο την αγάπη των άλλων μόνο όταν είμαστε παιδιά.. γιατί μόνο τότε μας αγαπούν ανιδιοτελώς, χωρίς να ζητούν τίποτα από εμάς.. μας αγαπούν απλά επειδή υπάρχουμε.. Και μέσα σε όλες τις αγάπες που η κάθε μια έχει τη γλύκα της, η πιο ζεστή, η πιο τρυφερή, η πιο τεράστια είναι αυτή των παππούδων και των γιαγιάδων προς τα εγγόνια τους και το αντίστροφο. Δεν είναι τυχάιο που λέμε "του παιδιού μου το παιδί είναι δυο φορές παιδί μου" και εγω το αντιστρεφω και το λέω έστω και τωρα που είναι αργά για να με ακούσουν "του γονιού μου ο γονιός έιναι δυο φορές γονιός μου"....

2 σχόλια:

Dr. Aparadektos είπε...

τι γλυκές αναμνήσεις!
νάσαι πάντα καλά να θυμάσαι.... και να μη ξεχνάς να τα μοιράζεσαι μαζί μας....

Χριστιάνα είπε...

Ίσως είναι και που, ως παιδιά, ρουφάμε κάθε στάλα αγάπης, κάθε εικόνα, γεύση και μυρωδιά, με τη γνησιότητα της ηλικίας μας και όλη τη δύναμη της ψυχής μας, χωρίς αναστολές!
Πολύτιμες οι αναμνήσεις... Να 'σαι καλά, μου θύμισες και δικές μου παρόμοιες Κυριακές!