Κυριακή 30 Ιανουαρίου 2011

Κυριακάτικο τραπέζι


Όταν ήμουν μικρή κάθε Κυριακή πηγαίναμε για φαγητό στο πατρικό της μητέρας μου. Εκεί μας περίμεναν ο παππούς Μιχάλης και η γιαγιά Μάρω. Ήταν μεγάλη χαρα για μας τα πιτσιρίκια η κυριακάτικη αυτη επίσκεψη. Και παρόλο που το σπίτι της γιαγιάς ήταν μόνο 5 τετράγωνα μακρυά από το δικό μας.. η επίσκεψη αυτή φάνταζε σαν εκδρομή!
Το σπίτι της γιαγιάς ήταν σε μια ανηφόρα απέναντι από την εκκλησία των Τριων Ιεραρχών και λίγο πριν το τέλος του δρόμου και την αρχή του βουνού, την "αλάνα" όπως τη λέγαμε. Θυμάμαι χαρακτηριστικά την τσιμεντένια ανηφόρα με τις βαθειές "χαρακιές" για να μή γλυστράει. Δίπλα από την είσοδο του σπιτιού της γιαγιάς ήταν το μικρό μανάβικο η επιχείρηση του παππού και της γιαγιάς. Εκεί μέσα μεγάλωσα, θυμάμαι ακόμη και κάποιες από τις πελάτισσες της γιαγιάς, την κυρα-Στάσα που με ρωτούσε "τί έχουν τα πορτοκάλια" για να απαντήσω εγώ "μουνί" (έτσι έλεγα το ζουμί)  και να χασκογελάει εκείνη και να τη μαλώνει ο παππούς που με βάζει να λέω "τετοια πράμματα μωρό πράμμα). Κάθε Κυριακή λοιπόν πηγαίναμε εκεί για φαγητό οικογενειακώς, πηγαίναμε από το πρωί και φέυγαμε το βράδυ. Ανεβάιναμε τα 3-4 σκαλάκια και χτυπούσαμε με τις γροθιές μας τη τζαμένια πόρτα με το στριφογυριστό διακοσμητικό καγκελάκι.. κι ερχόταν η γιαγιά και μας άνοιγε.. πάντα με μια ποδιά στη μέση και το ποτηρόπανο στο χέρι.. και μπαίναμε μέσα και γέμιζαν τα πνευμόνια μας τη μυρωδιά του σπιτιού της γιαγιάς μια μίξη χλωρίνης και χοιρινού με σέλινο! Όσο κι αν ακούγεται αηδιαστικό εγω αυτή τη μυρωδιά τη λάτρευα. Μπαίνοντας στο διάδρομο δεξιά ήταν η πόρτα που οδηγούσε στο "σαλόνι" Ενα μπαουλοντίβανο για καναπέ, ένα μεγάλο ξύλινο τραπέζι ροτόντα πάντα με τις προεκτάσεις όμως που του έδιναν σχήμα "οβάλ", με ξύλινες καρέκλες.. Απέναντι από την πόρτα του δωματίου ήταν ένας γυάλινος μπουφές-βιτρίνα με συρόμενα τζαμένια πορτάκια σαν κι αυτά που έχουν οι βιτρίνες των ζαχαροπλαστείων "το σερβάν" όπως έλεγε η γιαγιά, κι εκει μέσα ήταν όλη η προίκα της! Κρυστάλλινα ποτήρια μια δωδεκάδα, και κάτι πορσελάνες...
Πάνω στο "σερβάν" ήταν τοποθετημένη η ασπρόμαυρη τηλεόραση. Θυμάμαι επίσης την ξυλόσομπα που πάνω της ψήναμε κάστανα και φετες φωμί. Αυτή ήταν όπως κοιτούσες το "σερβάν" στα αριστερά, δίπλα από την πόρτα που οδηγούσε στο υπνοδωμάτιο της γιαγιάς και του παππού κι από 'κει στην κουζίνα. Η τουαλέτα ήταν έξω στην αυλή. Έβγαινες από την κουζίνα στην μικρή αυλή του σπιτιού και αριστερά ήταν ένα μικρό καμαράκι, η τουαλέτα! Αυτό το μικρό φτωχικό σπιτάκι που εκεί σε αυτά τα δυο δωμάτια ζούσαν κάποια εποχή 7 άτομα, ο παππούς, η γιαγιά, τα τρία τους παιδιά, η γιαγιά η Φόνη (μητέρα του παππού)  και μπαμπάς της γιαγιάς, ο παππούς ο Γιώργος, στα δικά μου μάτια φάνταζε παλάτι!!!
Το πρόγραμμα της Κυριακής έιχε ως εξής (συνήθως). Αφιξη στο σπίτι της γιαγιάς. Ο παππούς έλειπε, είχε πάει για ψάρεμα από νωρίς το πρωί, κατά τις 12 το μεσημέρι επέστρεφε κι εκείνος. Εφερνε πάντα κανα δυο ψαράκια  και πάντα έλεγε "Μάρω, τηγάνισε τα να φάνε τα μωρα φρέσκο ψάρι" Η γιαγιά έιχε ήδη ετοιμάσει το φαγητό, δε ξέρω αν ήταν όντως έτσι ή αν εγω το θυμάμαι έτσι λόγω της έντονης μυρωδιάς και της υπέροχης γεύσης αλλά νομίζω ότι πάντα, κάθε Κυριακή η γιαγιά έφτιαχνε "χοιρινό με σέλινο"!
Ενα ποτηράκι κρασί για τον παππού κι ένα για τον μπαμπά. Ενα καφεδάκι που το γυρόφερνε από το πρωί η μαμά, και φρεσκοστιμμένη πορτοκαλάδα από το τελάρο με τα καλά, τα ακριβά  πορτοκαλια για μας τα κορίτσια. Τρώγαμε όλοι μαζί .. και μόλις τελειώναμε το φαγητό και μαζεύαμε το τραπέζι μας έπαιρνε η γιαγιά να πάμε  βόλτα στο βουνό (μάλλον για να κοιμηθεί λίγο ο παππούς και αυτό το σκέφτηκα μόλις τωρα) "ψηλά μέχρι το κολωνάκι" της φωνάζαμε! Το κολωνάκι ήταν ένα τσιμεντενιο κολωνάκι που σηματοδοτούσε την κορυφή. Και η καημένη η γιαγιά όσο κουρασμένη κι αν ήταν πάντα μας πήγαινε μεχρι την κορυφή. Γυρίζαμε και  τότε έφτιαχνε το καφεδάκι του παππού και του μπαμπά, και ερχόταν η ώρα του..χαλβά! Εβαζα μια ποδίτσα κι εγω γύρω από τη μέση μου, μου έφτιαχνε η μαμα μια περίτεχνη αλογοουρά και μου βαζε τσιμπίδια για να μην πέσουν τρίχες στο γλυκό, έπαιρνα ένα σκαμνάκι από αυτά με τη φορμάικα , ανέβαινα πάνω του έπιανα και μια  ξύλινη κουτάλα και ετοιμη μαγείρισσα έφτιαχνα με τη γιαγιά χαλβά σιμιγδαλένιο! Θυμάμαι πόση εντύπωση μου έκανε το πώς "ρουφούσε" το σιμιγδάλι το νερό.. και ο θόρυβος που έκανε.. το "τσιτσίρισμα"! Ακόμη και τώρα όταν φτιάχνω εγω χαλβά με την κόρη μου πλέον ανεβασμένη σε σκαμνί για μια στιγμή έχω την εικόνα της μικρής Αγγελικής και της γιαγιάς Μαρως  στην κουζίνα του παππού..
Κι όταν γινόταν ο χαλβάς  και κρύωνε τον βγάζαμε από τη φόρμα, τον πασπαλίζαμε κανέλα και το πρώτο κομμάτι ήταν δικό μου! Το έπαιρνα με καμάρι και πήγαινα στο "σαλόνι" έτρωγα μια κουταλιά και ρωτούσα τον παππού..
- 'Ε, παππού σου αρέσει ο χαλβάς που τρώω;
- Μ΄αρέσει κόρη μου, μ΄αρέσει! Μα βαλε μου κι εμενα μια σταλιά να δοκιμάσω...
Πάντα ο ίδιος διάλογος και πάντα η γιαγιά να ξεκαρδίζεται! ...
Μετά με έπαιρνε ο παππούς στα γόνατα και παίζαμε το "παιχνίδι μας".. Στο ξύλινο αυτό τραπέζι η γιαγιά είχε στρωμένο ένα τραπεζομάντηλο πλαστικό με κάτι λουλούδια πάνω.. και του άρεσε του παππού ν αμε κρατάει αγκαλιά να πιάνει τον δείκτη του χεριού μου  και να τον τοποθετεί πάνω σε κάθε λουλουδάκι και να λέει:
"Παππούς; κοκό μαμ", "Μπαμπάς, κόκο μαμ", "Αγγελικούλα, κοκό μαμ" "Μαμά. γιαγιά.. ΚΑΚΑ μαμ!" και δώστου να γελάω εγω.. και να καμαρώνει ο παππούς.. και να μας κρυφοκοιτάει η κυρα Μαρω και να χαίρεται κι αυτή.
(Τη γιαγιά μου όσο μεγάλωνα τόσο τη θαύμαζα.. μια γυναίκα που από 10 χρονών που πέθανε η μανούλα της. εγινε η ίδια μάνα για τα αλλα 3 αδέλφια αλλά και για τον πατέρα της, η φροντίδα του σπιτιού και των παιδιών όλη πάνω της. Το σχολείο το σταμάτησε όμως κάθε βραδυ με τα λιγοστά γραμματα που ήξερε διάβαζε τους άθλιου του Ουγκώ! Μετά παντρεύτηκε και ανέλαβε τη φροντίδα του άντρα της, της πεθεράς και του πατέρα της.. μέχρι που απέκτησε και 3 παιδιά το ένα μετά το άλλο και προστέθηκαν κι αυτά στην οικογένεια. Κι όλα αυτά τα έκανε αφού ξύπναγε κάθε μέρα στις 2 για να βοηθήσει τον άντρα της να πάνε στη λαχαναγορά να διαλλεξουν τα καλά ζαρζαβατικά, να γυρίσουν, να ξεφορτώσουν το αμάξι, να φτιάξει τα τελάρα, να πάει στο σπίτι να ετοιμασει τα παιδιά για το σχολείο, να μαγειρέψει, και μετά να κατέβει στο μαγαζί για να βοήσει τον άντρα της.. και το απόγευμα, δουλειές, διάβασμα των παιδιών, μαντάρισμα...  κλπ κλπ κλπ.. και το χαμόγελο δεν έφυγε ποτέ από τα χέιλη της.. ΠΟΤΕ!)
Μετά όταν έβγαινε το φεγγάρι ο παππούς με έπαιρνε αγκαλιά και βγαίναμε έξω.. και λέγαμε μαζί το "φεγγαράκι μου λαμπρό..." Σαν μωρό μίλησα και περπατησα πολύ γρήγορα, σε όλα μου βιαστική παρόλα αυτά μια λέξη μου πήρε πολύ καιρό να την πώ σωστά.. το "σύννεφο" Και να με "σταύρωνες"... "ύφαφο" έλεγα μέχρι που πήγα σχεδόν 6 χρονών! Καημό το είχε ο παππούς να με ακούσει να το λέω σωστά.. και ακόμη πιο πολύ να είναι εκείνος που θα με μάθει να το λέω σωστά! (Για το "ζουμί" δεν είχε ένσταση γιατί τον έκανε να διασκεδάζει με τις γειτόνισσες.. μεγάλος πλακατζής αλλά και βρωμόστομος ο παππούς)..
Μεγαλώνοντας προστέθηκαν κι άλλα στις κυριακάτικες επισκέψεις.. όπως η αντιγραφή και η ορθογραφία στα "διαβασματα για την επόμενη μέρα στο σχολείο" το γιαούρτι "βελουτέ, αυτό με την κοπέλα" που πήγαινα και αγόραζα από τον κυρ-Πέτρο τον παντοπώλη της γειτονιάς για να το φάει ο παππούλης με ζάχαρη και μπουκίτσες ψωμάκι... Η μυρωδιά πάντα ίδια! Χλωρίνη και χοιρινό με σέλινο.. Τώρα που γράφω αυτές τις γραμμές είμαι πολύ συγκινημένη.. η καρδιά μου χτυπάει δυνατά και δάκρυα φλερτάρουν με τα ζυγωματικά μου. Όμως χαμογελώ.. χαμογελώ και νοιώθω ζεστασιά! Ζεστασιά και ασφάλεια, την τρυφερότητα που νιώθουμε απο την αγάπη των άλλων μόνο όταν είμαστε παιδιά.. γιατί μόνο τότε μας αγαπούν ανιδιοτελώς, χωρίς να ζητούν τίποτα από εμάς.. μας αγαπούν απλά επειδή υπάρχουμε.. Και μέσα σε όλες τις αγάπες που η κάθε μια έχει τη γλύκα της, η πιο ζεστή, η πιο τρυφερή, η πιο τεράστια είναι αυτή των παππούδων και των γιαγιάδων προς τα εγγόνια τους και το αντίστροφο. Δεν είναι τυχάιο που λέμε "του παιδιού μου το παιδί είναι δυο φορές παιδί μου" και εγω το αντιστρεφω και το λέω έστω και τωρα που είναι αργά για να με ακούσουν "του γονιού μου ο γονιός έιναι δυο φορές γονιός μου"....

Τρίτη 25 Ιανουαρίου 2011

Η νεράιδα Μιχαέλα και τα χρώματα του ουράνιου τόξου

"Με το πρώτο γέλιο ενός μωρού μια νεράιδα γεννιέται.." Έτσι μας έλεγε η μαμά μου όταν ήμασταν μικρά! Φαίνεται πως κάποιο πολύ όμορφο και σημαντικό μωρό γέλασε για πρώτη φορά όταν γεννήθηκε η μικρή και πανέμορφη νεράιδα Μιχαέλα! Η μικρούλα αυτή νεράιδα, ήταν όμορφη, με δυο ζωηρά γκριζογάλανα ματάκια που σε κοιτούσαν πονηρά κάθε που ετοιμαζόταν να κάνει ζαβολιά η μικρή νεραιδούλα. Έτσι πονηρά με κοίταξαν κι όταν είδε για πρώτη της φορά ένα αληθινό ουράνιο τόξο! Της έκανε τόση εντύπωση που της καρφώθηκε η ιδέα στο μικρό της μυαλουδάκι ... Να πάει να δει και να γνωρίσει όλα τα χρώματα του ουράνιου τόξου από κοντά! Όλα τα φρόνιμα και συνετά παιδάκια ξέρουν ότι αυτό είναι πολύ επικίνδυνο! Όλα, εκτός από τη μικρή ατίθαση νεράιδα.. που έκανε πως δεν το ήξερε ή πως δεν την ένοιαζε! Μάταια η μαμά της προσπαθούσε να τη μεταπείσει.. εκείνη το είχε αποφασίσει! Αύριο πρωί-πρωί, με το πρώτο φως του ήλιου θα ξεκινούσε να πάει στη βάση του ουράνιου τόξου, να βρει την πολύχρωμη σκάλα που θα την οδηγούσε ψηλά εκεί που ήταν οι χρωματοφύλακες.. αυτοί που ήταν οι φρουροί των χρωμάτων του ουράνιου τόξου και δεν επέτρεπαν σε κανέναν να τα δει από κοντά χωρίς να δώσει πολύτιμο αντάλλαγμα...
Έτσι κι έγινε, μόλις ξημέρωσε σηκώθηκε σιγά-σιγά από το μικρό της νεραϊδοκρεβατάκι και πήρε το δρόμο των χρωμάτων.. Περπάτησε με τα γοργά, μικρά, ζωηρά βηματάκια της κι έφτασε στη βάση του ουράνιου τόξου, εκεί που ήταν η μυστική πολύχρωμη σκάλα που οδηγεί στην "καρδιά" του ουράνιου τόξου και που μόνο τα παιδιά μπορούν να τη δουν..Η νεράιδα Μιχαέλα έβγαλε τα παπουτσάκια της για να μή λερώσει τα όμορφα χρωματιστά σκαλοπατάκια κι ανέβηκε στο πρώτο σκαλί.. το κόκκινο! Μόλις πάτησε πάνω του ένα μικροσκοπικό ξωτικούλι εμφανίστηκε μπροστά της και της είπε:
-Είμαι ο κόκκινος χρωματοφύλακας! Ποιά είσαι εσύ;
-Εγώ ειμαι η νεράιδα Μιχαέλα...
-Χαιρω πολύ! Και τί θέλεις εσύ εδώ;
-Θέλω να δω από κοντά τα χρώματα του ουράνιου τόξου! Θα με βοηθήσεις;
-Χμμμμ... εγώ μπορω να σε πάω μόνο στο κόκκινο χρώμα και από ΄κει να προχωρήσεις για τα υπόλοιπα.. αλλά θέλω ένα αντάλλαγμα...
-Ό,τι θέλεις καλέ μου χρωματοφύλακα...
-Θα σε πάω στην κόκκινη χωρα του ουράνιου τόξου μόνο αν μου δώσεις τη γεύση σου!
-Χαρά στο πράγμα! Είπε απερίσκεπτα η μικρή νεράιδα.. Πάρτην!
Και με μιά κίνηση μαγική ο κόκκινος χρωματοφύλακας της πήρε την γεύση.. Ανοιξε μια κόκκινη πόρτα πάνω στο κόκκινο σκαλί και βρέθηκε σε μιά κόκκινη πολιτεία... με πολλές παπαρούνες,  ντομάτες, κεράσια, φράουλες, και ό,τι άλλο κόκκινο βάζει ο νούς.
-Δοκίμασε μια φράουλα ! Ξερω ότι είναι το αγαπημένο σου φρούτο! Της ειπε ο χρωματοφύλακας..
-Ωωω, ευχαριστω πολύ! Είπε η νεραϊδούλα και πήρε την πιο μεγάλη, την πιο κόκκινη, την πιο ζουμερή φράουλα της κοκκινοχώρας. Τη δαγκώνει με λαχτάρα, αλλά... πώπώ συμφοράααα! Η φράουλα δεν είχε καμμία γέυση, καμμία νοστιμάδα! Ήταν άνοστη! Παίρνει ένα κεράσι... μεγάλο και τραγανό! Το βάζει στο στόμα της αλλά κι αυτό...ΑΝΟΣΤΟ! Ουτε γλύκα, ούτε ξυνίλα, ούτε πικρό, ούτε γλυκόξυνο.. ΤΙΠΟΤΑ! Η μικρή νεράιδα ήθελε να κλάψει..
-Δωσε μου πίσω τη γεύση μου! Ειπε αυστηρα στο χρωματοφύλακα
-Αααα, λυπάμαι δε μπορώ εγω! Από τη στιγμή που την παρεδωσες δε σου ανήκει πια..και είδες πόσο πολύτιμη είναι; η γευση σου ανήκει πλέον στη Βασιλισσα του Ουράνιου Τόξου. Εκείνη έχει όλα τα ανταλάγματα και μόνο εκείνη μπορει να στην επιστρέψει... ΑΝ θελήσει βέβαια..!
-Και πού θα τη βρω;
-Στο τέλος του δρόμου.. και αφού περάσεις από όλους τους χρωματοφύλακες, που ο καθένας από αυτούς θα παίρνει ένα αντάλαγμα για να σε αφήσει να περάσεις και να γνωρίσεις κάθε χρωμα χωριστά μέχρι να φτάσεις στο πολύχρωμο Παλάτι της βασίλισσας...
Τί να κάνει η μικρή νεράιδα Μιχαέλα; αποφάσισε να συνεχίσει.. ειχε χασει τη γεύση της.. τή χειρότερο μπορούσε να συμβεί;
Ανεβαίνει λοιπόν στο δεύτερο σκαλί.. το πορτοκαλί σκαλοπάτι. Αμέσως πατεχτηκε μπροστά της το πορτοκαλί μικροσκοπικό ξωτικό!
-Είμαι ο πορτοκαλί χρωματοφύλακας! Ποιά είσαι εσύ;
-Εγώ ειμαι η νεράιδα Μιχαέλα...
-Χαιρω πολύ! Και τί θέλεις εσύ εδώ;
-Θέλω να γνωρίσω όλα τα χρωματα του ουράνιου τόξου και να φτασω στη Βασίλισσα να πάρω πίσω την γεύση μου! Θα με βοηθήσεις;
-Εγω μόνο για το πορτοκαλί χρωμα είμαι υπέυθυνος... Και για να σε αφήσω να περάσεις θέλω να μου δώσεις ένα αντάλαγμα..
-Ότι θέλεις καλό μου ξωτικό...
-Θέλω την αφή σου!
-Την αφή μου; Σιγά! Και γω που νόμιζα ότι θα ζητούσες κάτι σημαντικό κι εσύ.. όπως η γεύση... Την αφή μου θες; Πάρτην! 
Και με μια κίνηση μαγική ο πορτοκαλί χρωματοφύλακας πήρε την αφή της Μιχαέλας και της άνοιξε την πύλη της πορτοκαλί πολιτείας. Σωστά το φαντάστηκες! Εκεί ήταν όλα πορτοκαλί! Χιλιάδες πορτοκάλια, μανταρίνια, λίμνες, ποτάμια και θάλασσες από πορτοκαλάδα, ο ουρανός ήταν πάντα πορτοκαλής.. και ο ήλιος σα να ήταν πάντα καλοκαιρινό ηλιοβασίλεμα!! Ηταν πολύ όμορφα!... 
-Ελα να πάιξουμε ένα παιχνίδι.. ειπε το πορτοκαλί ξωτικό στη Μιχαέλα.
-Θα σου δέσω τα μάτια σα να παίζουμε τυφλόμυγα, θα σου δίνω πραγματα κι εσυ χωρίς να τα δεις.. θα πρεπει να τα αναγνωρίσεις.
-Α, τί ωραία! Ευκολο παιχνίδι και διασκεδαστικό! ειπε η μικρή απερίσκεπτη νεραϊδούλα.. Δένει τα ματάκια της με ενα πορτοκαλί μαντήλι το ξωτικό και της δίνει το πρώτο αντικείμενο ήταν ένα μαλακό λούτρινο μπαλάκι.. Το παίρνει στα χεράκια της η Μιχαέλα αλλά μάταια! Δεν ένοιωθε τίποτα! ήταν μαλακό; σκληρό; ζεστό; κρύο; απαλό; τραχύ; ΤΙΠΟΤΑ δεν μπορούσε να νοιώσει γιατι ειχε χαρίσει την αφή της σαν αντάλλαγμα στον πορτοκαλή χρωματοφύλακα της Βασίλισσας! "Που να το φανταστώ ότι και η αφή είναι τόσο σημαντική;" σκέφτηκε η νεράιδα λυπημένη και είπε:
-Εντάξει το πήρα και αυτο το μάθημα  καλό μου ξωτικό, δε θέλω να παίξω άλλο... "Και η ΑΦΗ μας είναι πολύ σημαντικό πράγμα!" πάμε παρακάτω... να φτασω  στη Βασίλισσα μήπως αν της εξηγήσω με λυπηθεί και μου δωσει πίσω τη γευση αλλά και την αφή μου!
Ετσι λοιπόν έφτασε στο τρίτο σκαλοπάτι.. το κίτρινο! Ακολούθησε ο ίδιος διάλογος όπως και με τους προηγούμενους χρωματοφύλακες..

-Είμαι ο κίτρινος χρωματοφύλακας! Ποιά είσαι εσύ;
-Εγώ ειμαι η νεράιδα Μιχαέλα...
-Χαιρω πολύ! Και τί θέλεις εσύ εδώ;
-Θέλω να γνωρίσω όλα τα χρωματα του ουράνιου τόξου και να φτασω στη Βασίλισσα να πάρω πίσω την γεύση μου και την αφή μου ! Θα με βοηθήσεις;
-Γαι την κίτρινη πολιτεία .. ναι! Αλλά θελω κι εγω ένα ανταλλαγμα!...
-Ουφ.. ξεφύσηξε η μικρή.. τί θέλεις εσύ; 
-Εγω θέλω.. την όσφρησή σου! 
-παρτην! 
Και με μιά κίνηση μαγική άνοιξε μπροστά στα πόδια της η πύλη της κίτρινης πολιτείας! Εκεί ήταν όλα κίτρινα! Εκατομμύρια λεμόνια, μαργαρίτες, χρυσάνθεμα, ηλιοτρόπια, μικρά πανέμορφα κίτρινα λουλουδάκια, μέλισσες (χωρίς μαυρες και καφέ ρίγες.. μόνο κίτρινες.. λιγότερο ή περισσότερο έντονες)  Βλέπει ένα όμορφο νυχτολούλουδο..κίτρινο-κίτρινο με δυο μελισσούλε πάνω του να ρουφάνε αχόρταγα την κατακίτρινη γύρη. Το ξωτικό σκύβει και το μυρίζει.. 
-Μμμμμμ! Μοσχοβολάει! Μύρισε το κι εσυ! Είναι υπέροχο το άρωμα του!
Σκύβει και η Μιχαέλα αλλα που! Δεν είχε πια όσφρηση.. δεν μπορούσε να μυρίσει το όμορφο λουλούδι.. ούτε τη μοσχοβολιά από το κίτρινο ζαχαροπλαστείο που ήταν δίπλα, ούτε το σαγηνευτικό άρωμα του κίτρινου γιασεμιού που για το άρωμα του ερχότανε κόσμος από όλα τα ουράνια τόξα της γης!
-Πάμε παρακάτω... είπε λυπημένη. Και έφτασε στο πράσινο σκαλοπάτι. εκεί συνάντησε το π΄ρασινο ξωτικό-χρωματοφύλακα!
-Είμαι ο πράσινος χρωματοφύλακας! Ποιά είσαι εσύ;
-Εγώ ειμαι η νεράιδα Μιχαέλα...
-Χαιρω πολύ! Και τί θέλεις εσύ εδώ;
-Θέλω να γνωρίσω όλα τα χρωματα του ουράνιου τόξου και να φτασω στη Βασίλισσα να πάρω πίσω την γεύση μου, την αφή μου και την όσφρησή μου! Θα με βοηθήσεις;
-Θα σε βοηθήσω να περάσεις την πράσινη πολιτεία.. αλλά θες στα αλήθεια να συνεχίσεις; Δεν έχεις χάσει ήδη πολλά; Και να ξέρεις όσο πλησιάζεις τη Βασίλισσα, τόσο πιο σημαντικά θα είναι τα ανταλάγματα που θα σου ζητάμε! 
-Ναι! Θέλω να συνεχίσω! Ηρθα να γνωρίσω τα χρωματα από κοντά και θέλω να το κάνω... άσε που είναι αδύνατον να ζήσω έτσι! Θέλω να δω τη Βασίλισσα και να την παρακαλέσω να μου επιστρεψει τις αισθήσεις μου!
-Καλά λοιπόν, αφού επιμένεις.... για να συνεχίσεις θέλω σαν αντάλαγμα την...ΑΚΟΗ σου!
-Την ακοή μου;... ενταξει λοιπόν.. πάρτην! 
Και με μια μαγική κίνηση.. άνοιξε μπρος στα πόδια της η πρασινη πολιτεία.. όλοι οι κάτοικοι ήταν πράσινοι, φασολάκια, μπάμιες, αρακάδες, σπανακομαρουλόφυλλα, μικρές πρασινες ακριδούλες και όλοι χαρούμενοι και γελαστοί.. τραγουδούσαν και χόρευαν η Νεράιδα Μιχαέλα άρχισε να κλαίει... πόσο δυστυχισμένη ένοιωθε.. δε μπορούσε να γευτεί, δε μπορούσε να αγγίξει, να νοιώσει, δε μπορούσε να μυρίσει και τώρα... ούτε καν  ακουγε! "Αχ! γιατί δεν ακουσα τις συμβουλές των γονιών μου που μου έλεγαν ότι ήταν επικίνδυνο να πάω.. και ότι ακόμα και τα όμορφα πράγματα όπως τα ουράνια τόξα κρύβουν κινδύνους... γιατι δεν τους άκουσα;" σκεφτόταν η μικρή και έκλαιγε
-Πάμε παρακάτω και ίσως κάποιο από τα  αδέλφια μου τους χρωματοφύλακες να σου βρουν μια λύση είπε ο πράσινος χρωματοφύλακας και την τραβηξε απαλά προς το μπλέ σκαλοπάτι..
Και εκεί εμφανίστηκε το  μπλε ξωτικό..
-Είμαι ο μπλέ χρωματοφύλακας! Ποιά είσαι εσύ;
- Δε σε ακούω.. αλλά ξερω τί μου λές.. τα ίδια όπως και οι προηγούμενοι... Εγώ ειμαι η νεράιδα Μιχαέλα...
-Χαιρω πολύ! Και τί θέλεις εσύ εδώ;
-Θέλω να γνωρίσω όλα τα χρωματα του ουράνιου τόξου και να φτασω στη Βασίλισσα να πάρω πίσω την γεύση μου, την αφή, την όσφρηση και την ακοή μου! Θα με βοηθήσεις;
Ειπε η νεραϊδούλα μας δακρυσμένη..
-Κοίτα, εγω θα σε βοηθήσω να περάσεις την μπλέ πολιτεία αλλά θα πρεπει να σου πάρω το χαμόγελό σου! Της είπε σε μια παραξενη γλώσσα νοημάτων....
Κουνησε καταφατικά το κεφαλάκι της.. και με μιας χάθηκε το χαμόγελο από τα χέιλη της και ανοιξε μπροστά της μια γαλάζια πολιτεία.. με  μπλε ωκεανούς, καθαρό γαλάζιο ουρανό, όλα ταιριαζαν τόσο πολύ με τα ματάκια της.. είδε ένα όμορφο μωράκι δροσοσταλίδα, ήταν τόσο όμορφο που θέλησε να χαμογελάσει! Θέλησε αλλά δεν τα κατάφερε... σε αυτή την περιπέτεια μαζί με όλα τα άλλα έχασε και το χαμογελό της..
-θελω να φυγω από εδω.. πάμε παρακάτω να τελειώνει αυτή η περιπέτεια..
Πραγματι αφησαν πίσω τους τη γαλάζια πολιτεία και έφτασαν στο βιολετί σκαλοπάτι.. εκεί εμφανίστηκε το βιολετι ξωτικό.. και ειπε:
-Είμαι ο βιολετί χρωματοφύλακας! Ποιά είσαι εσύ;

-Εγώ ειμαι η νεράιδα Μιχαέλα...(παλι δεν άκουγε αλλά ήξερα πια τον διάλλογο απ' έξω)
-Χαιρω πολύ! Και τί θέλεις εσύ εδώ;
-Θέλω να γνωρίσω όλα τα χρωματα του ουράνιου τόξου και να φτασω στη Βασίλισσα να πάρω πίσω την γεύση μου, την αφή, την όσφρηση, την ακοή και το χαμόγελό μου! Θα με βοηθήσεις;
-Θα σε βοηθήσω να μπεις στη βιολετί πολιτεία, αλλά για ανταλαγμα θα μου δώσεις το δάκρυ σου! Της είπε πάλι με νοήματα!
-Το δακρυ μου; Πάρτο με μεγάλη μου χαρά! Ποιός θέλει τα δάκρυα; Αστειος είσαι! 
Το βιολετί ξωτικό δε μίλησε.. με μιά κίνηση μαγική της πήρε το δάκρυ και της άνοιξε διάπλατα τις πύλες της βιολετί πολιτείας! Εκεί ήταν όλα ... βιολετί! Σωστά! Όμορφα λουλούδια, όμορφοι άνθρωποι, όλοι και όλα βιολετί, βιολετί ουρανός, και όπως ίσως θα φαντάστηκες ήταν γεμάτος ο τόπος από.... ΒΙΟΛΕΤΕΣ! Καθώς περνούσαν από το λιβάδι με τις βιολέτες ένα σκουπιδάκι μπήκε στο μάτι της Μιχαέλας.. δεν είχε δάκρυ να το καθαρίσει όμως και την έτσουζε και την πόναγε μέχρι να φτασει στην βιολετί πηγή και να πλύνει το ματάκι της με βιολετι τρεχούμενο νερό.. αλλά δεν ήταν αυτό που την έκανε να καταλάβει πόσο απαραίτητο είναι και το δάκρυ καμμιά φορά... Αυτό το κατάλαβε όταν είδε μια βιολετί οικογένεια να κάνει χαρούμενο πικ νικ.. κι εκείνη θυμήθηκε τη δική της οικογένεια.. και ένας κόμπος ανέβηκε στο λαιμό της.. αυτό ο κόμπος που μόνο με τα δάκρυα λύνεται και φέυγει... η νεραϊδούλα μας όμως δεν είχα πια δάκρυα.... ποιος να της το έλεγε ότι θα έφτανε μια μέρα που παρακαλούσε να μπορούσε να δακρύσει...προσπαθησε να χαλαρώσει λίγο τον κόμπο με ένα βαθύ αναστεναγμό.. και να φτάσει επιτέλους στο τελευταίο σκαλοπάτι... το μώβ!
Τοτε το μωβ ξωτικό ήρθε μπροστα της και της είπε.. 
-Είμαι ο μωβ χρωματοφύλακας! Ποιά είσαι εσύ;
 για να του απαντησει εκείνη
-Εγώ ειμαι η νεράιδα Μιχαέλα... και να συνεχιστεί ο γνωστός διάλλογος
-Χαιρω πολύ! Και τί θέλεις εσύ εδώ;
-Θέλω να γνωρίσω όλα τα χρωματα του ουράνιου τόξου και να φτασω στη Βασίλισσα να πάρω πίσω την γεύση μου, την αφή, την όσφρησή μου, την ακοή, το χαμόγελο και το δάκρυ μου! Θα με βοηθήσεις;
-Θα σε βοηθήσω.. αν μου δώσεις τη μιλιά σου!!!
Ετσι κι έγινε.. της πήρε τη μιλιά και της επετρεψε την είσοδο στη μωβ πολιτεία... την τελευταία πριν το πολύχρωμο παλάτι της Βασίλισσας του ουράνιου τόξου.
Όπως το φανταστηκες.. όλα και όλοι ήταν μωβ... και ο τόπος ήταν γεμάτος μωβ βατόμουρα, μωβ φραγκοστάφυλλα, μωβ λουλούδια, ένα πανήψυλο μωβ βουνό, μώβ θάλασσα και μωβ ουρανός... Το μωβ είναι το αγαπημένο χρωμα της μαμάς της Μιχαέλας.. κι εκείνη ήθελε να χαμογελάσει, αλλά δεν μπορεσε, της ήρθε να βάλει τα κλαματα απο τη στενοχώρια αλλά δεν ειχε δάκρυ, είδε έναν μωβ καταρρακτη με μωβ πυγολαμπίδες  να τραγουδουν γυρω του αλλα δεν μπορουσε να ακουσει το τραγούδι τους, της προσέφεραν δροσερό χυμό φραγκοστάφυλο αλλά δεν μπορούσε να τον γευτεί, είδεένα παραξενο λουλούδι που όμως δεν μπορεσε να το μυρίσει, θέλησε τότε να φωνάξει δυνατά να την ακούσει η μανούλα της και να πάει να τη βοηθήσει.. αλλά δεν είχε πια ούτε μιλιά... Τί θα έκανε θέε μου;.... 
Με αυτή τη σκέψη έφτασε στη Βασίλισσα του ουράνιου τόξου.. Μια όμορφη κυρία με λαμπερό δέρμα, και μαλλιά στα χρωματα του ουράνιου τόξου... κρατούσε ένα ραβδάκι κι αυτό με τα ίδια επτά χρώματα πάντα στην ίδια σειρά.. κόκκινο, πορτοκαλί, κίτρινο, πράσινο, μπλέ, βιολετί και μωβ! 
-Γεια σου! Εσυ πρέπει να έισαι η Μιχαέλα ε; 
Η νεράιδα την κοιτούσε.. 
-Δε με ακούς ε; 
ειπε η βασίλισσα και την ακούμπησε με το ραβδάκι της..
-Τωρα θα ακούς! ...
Η μικρή νεραϊδούλα γούρλωσε τα ματάκια της από χαρά! 
-Γεια σου λοιπόν, Μιχαέλα.. εγω είμαι η Βασίλισσα Ίρις θα έχεις ίσως ακούσει να μιλάνε για μενα και το βασίλειο μου.. θα έχεις ακούσει να λένε.. "τα χρωματα τις Ίριδας" ε;
-Ναι, είπε η Μιχαέλα..
-Ήθελες να γνωρίσεις το βασίλειο και τα χρώματα μου απο κοντά.. και παρακουσες τους γονείς σου και τις συμβουλές τους...με αποτέλεσμα.. να χάσεις τόσα πολλά πολύτιμα πράγματα!..
-Πραγματι είπε η Μιχαέλα κι έσκυψε λυπημένη το κεφαλάκι της.. 
-Ομως.. έφτασα ώς εδώ για να ζητήσω τη βοήθειά σου καλή μου Ίριδα.. το έμαθα το μάθημά μου.. και θέλω να γυρίσω πίσω στο σπίτι μου.. που θα με περιμένουν οι γονείς μου. Να με πάρουν αγκαλιά και να ζήσουμε όλοι μαζί ευτυχισμένοι. Να τους πω ότι θα τις ακούω τ ις συμβουλές τους από 'δω και μπρος.. και ότι τους πω ότι τους αγαπώ πολύ! Βοήθησέ με καλή μου Ίριδα σε παρακαλώ..
-Λοιπόν. επείδή εκτός από ξεροκέφαλο είσαι και γενναίο κορίτσι.. και επειδή κανένα άλλο παιδί αλλά ούτε και ενήλικας δεν έχει καταφέρει ποτέ να φτάσει ώς εδω... θα σε βοηθήσω.. αν μου υποσχεθείς κι εσύ μερικά πράγματα...και μη βιαστείς πάλι να απαντησεις!
-Μαλιστα είπε η Μιχαέλα..
-Ωραία.. θα στα δώσω όλα πίσω και θα πας στο σπίτι σου αλλά απο εδω και πέρα εσύ θα πρέπει.. να είσαι πάντα ευγενική, να βοηθάς τους άλλους ανθρωπους γιατι όπως κι εσύ τωρα ζητάς βοήθεια από μενα έτσι μπορεί κάποιος να χρειαστεί τη δική σου βοήθεια.. να μην την αρνηθεις! Να τρως όλα τα φαγητά και τα φρούτα κι ας μην έχουν πάντα ωραία γεύση.. να θυμάσαι πάντα πως ηταν σήμερα η μέρα σου χωρίς καθόλου γεύση! Να μη ντρεπεσαι να γελάς αλλά ουτε και να κλαίς είναι και τα δύο εξίσου σημαντικά! Να λες στους ανθρωπους που αγαπάς ότι τους αγαπάς.. είναι ωραίο να το ακούνε, να αγκαλιάζεις και να δείχνεις την αγάπη σου με χάδια και φιλιά.. είναι ωραίο να νιώθεις... Να ακούς τι σου λένε και να μιλάς κι εσύ... έτσι όλα λύνονται... και επίσης να μην ξεχάσεις ποτέ μα ποτέ.. ότι η ζωή μας είναι ένα ουράνιο τόξο.. Όμορφο αλλά δύσκολο να το ανέβεις.. πάντα θα πρέπει να δώσεις για να πάρεις.. και θα πρέπει να "ζυγίζεις" προσεκτικά τί δίνεις και τί  παίρνεις.. να μην είσαι ούτε υπερβολικά γενναιόδωρη αλλά ούτε και τσιγκούνα... Με κατάλαβες; 
-Ναι είπε η Μιχαέλα και τότε η Ίριδα με το ραβδάκι της έφτιαξε ένα πολύχρωμο σύννεφο και την ανέβασε πάνω.. το φύσηξε απαλά.. και εκείνο οδήγησε τη μικρή νεραϊδούλα στο σπίτι της, στο κρεβατάκι της όπου και κοιμήθηκε αποκαμωμένη από την περιπέτεια που έζησε.. όταν πήγε η μαμα της να την ξυπνήσει.. όλα ήταν όπως πρίν... ή σχεδόν..οι αισθήσεις και τα συναισθήματα ήταν πάλι όλα στη θέση τους.. μόνο που το χαμόγελο ήταν πιο.. φωτεινό και πιό μεγάλο..
Και όπως λέν στα παραμύθια.. ζήσαν αυτοί καλά.. κι εμείς καλύτερα!





Παρασκευή 21 Ιανουαρίου 2011

Just like a dream....



Είχε βραδιάσει και καθώς ήμουν μόνη στο σπίτι έψαχνα να βρω κάτι εποικοδομητικό να κάνω για να περάσει ευχάριστα το βράδυ μου. Ξαφνικά χτυπάει το κουδούνι, κοιτάζω από τη θυροτηλεόραση αλλά δε διακρίνω καλά. "Ποιος είναι;" ρωτάω... "δεν είναι δυνατόν!!!" σκέφτηκα μόλις άκουσα τη φωνή κι άνοιξα τρέμοντας από τη χαρά 
μου!
Σε λίγα δευτερόλεπτα πίσω από την πόρτα του διαμερίσματός μου στέκονταν ο Ρομάν, η Κατερίνα και η μικρή Ανζελίκ! 
Αλλαγμένοι προς το καλύτερο απο την την τελευταία φορά που τους είχα δει. Έλαμπαν! Φανερά χαρούμενοι... 
Η Κατερίνα είχε τα μαλλιά της λυμένα και καθώς έπεφταν στους ώμους της έφτιαχναν ένα όμορφο "στεφάνι" γύρω απο το πρόσωπό της και την έκαναν να φαίνεται ακόμη πιο όμορφη.. Ο Ρομάν, γελαστός με βλέμμα γεμάτο σπίθα και χαρά, φαινόταν πιο καλά απο ποτέ.. Και η Ανζελίκ, αχ αυτή η μικρούλα.. πόσο είχε μεγαλώσει!! Στεκόταν πια στα ποδαράκια της, μεγάλο κορίτσι πια, με μαλλάκια μακρυά που μοσχομύριζαν "μωρό", πιασμένα σε κοτσιδάκια με πολύχρωμα στολίδια! Ετρεξε με ανοιχτα χεράκια προς το μέρος μου και "χωθηκε" στην αγκαλιά μου, εγω την σήκωσα ψηλά και κάναμε γύρους μέσα στο δωμάτιο.. και η μικρούλα μας γελούσε και γέμισε το δωμάτιο φωνούλες χαρούμενες και μικρές πολύχρωμες πεταλουδίτσες που γεννήθηκαν απο τα γελάκια της. 'Αφησα κάτω τη μικρή άνοιξα τα χέρια μου και αγκάλιασα "τα αδερφια" μου.. τον Ρομάν και την Κατερίνα.. αγκαλιά μεγαλη, σφιχτή, δυνατή... "πόσος καιρός ρε παιδιά.. γιατί χαθήκατε; Γιατί με αφήσατε μόνη μου ρε σεις;" είπα με παραπονο και τα πρώτα  δάκρυα μουσκεψαν τον ώμου του πανήψυλου και δυνατού Ρομάν! Τότε με απομάκρυνε από πάνω τους με κοιταξε βαθειά μέσα στα μάτια και έχοντας τα χέρια του στους ώμους μου μου είπε: "Δε σε αφήσαμε ρε χαζή! Εδώ είμαστε! Όλο για σένα μιλάμε.. αλλά να! είναι η απόσταση.. είμαστε μακρυά, πολύ μακρυά, εσύ για να έρθεις.. με τίποτα, κι εμείς... εμείς με τη μικρή καταλαβαίνεις δυσκολευόμαστε λίγο στις μετακινήσεις.. αφού τα ξέρεις. Αλλά δε σε ξεχάσαμε, δε σε αφήσαμε ποτέ.. ΝΑ ΜΗΝ ΤΟ ΞΑΝΑΠΕΙΣ αυτό! κατάλαβες μα πετίτ σκατούλα; Ε;" 
Γελάσαμε και κάτσαμε όλοι μαζί και οι τέσσερις στον ίδιο καναπέ.. ο ένας κολλητά δίπλα στον άλλον.. και γελούσαμε.. κυρίως με τη μικρή.
-μεγάλωσε πολύ το κορίτσι μας!!!! Και ομόρφυνε, κούκλα έγινε!!
-Ναι, μεγάλωσε ... και έχει πάρει το πείσμα της νονάς της!! Καθε φορά που κάνει κάτι η  Ανζελίκ ο Ρομάν της λέει: "Αμαν πια ... τίποτα δεν της άφησες όλα της τα πήρες!" Και γελάμε... αλήθεια σου λέει ο Ρομάν.. δεν περνάει μέρα που να μη μιλήσουμε για εσενα! 
Σηκώθηκα και πήγα να φέρω κάτι να πιούμε... Ουίσκι με κόλα σε χαμηλό για μένα, Βότκα με πάγο και μια φέτα λεμόνι για τον Ρομάν και για την Κατερίνα την αγαπημένη της... "Τεντούρα".... για τη μικρή που σουλατσαριζε στο σπίτι παίζοντας με την Κιρκη το κουτάβι μας, βυσσινάδα σπιτική! 


Μιλούσαμε για ώρες πολλές.. πάιξαμε scrabble, uno, monopoly... scrabble πάιζαμε και το βράδυ που "σπασαν τα νερά" και γεννηθηκε η μικρή Ανζελίκ. Είπαμε ιστορίες απο τα παλιά... τα νέα μας. Είχα πολλά να τους πω.. τους ειπα όλα όσα με προβληματισαν, με στενοχωρησαν, με έκαναν να χαρώ όλον αυτόν τον καιρό που είμαστε μακρυά. Με συμβούλεψαν, με καθυσήχασαν, με αγκάλιασαν κι ένοιωσα σα μωρό.. σα μωρό που το παίρνει αγκαλιά η μαμά του κι αυτό για λιγα δευτερόλεπτα είναι αναμεσα στο να βάλει τα κλάμματα με παραπονο που το άφησε απο την αγκαλιά της, ή να κουρνιάσει και να ησυχάσει ήρεμο πια στην ασφάλεια της μητρικής αγκαλιάς...
Τους είπα πόσο τους αγαπώ, πόσο πολύτιμοι και σημαντικοί είναι για μενα.. Μου είπαν οτι το ξέρουν ήδη.. το άκουσαν λέει όταν το έλεγα σε κάποιον και μου φώναζαν να μη στενοχωριέμαι γιατί εκείνοι το ξερουν ότι τους αγαπώ πριν ακόμη το καταλάβω εγω καλά- καλά.. Μου είπαν ότι θα είναι πάντα δίπλα σε εμενα και σε όσους αγαπώ! Όσο "μακρυά" κι αν είμαστε.. ακόμη κι αν δεν τους βλέπω ή δεν τους ακούω.. Με συγκίνησε η Κατερίνα όταν έσκυψε και μου ψυθίρισε στο αυτί τα ίδια λόγια που μου είχε πει λίγα λεπτά μετά τον τοκετό της.. 
Νομίζω ότι τα είπαμε όλα.. όλα όσα θέλαμε να πουμε ο ένας στον άλλον και δεν μας το επετρεπαν οι συνθηκες και η απόσταση...
Και ήρθε η ώρα του αποχωρισμού.. "Καθίστε λίγο ακόμη... να ξημερωσει και φευγετε! Κοιμηθήτε εδώ!!! Σας παρακαλώ...." Η μικρή ήρθε με αγκάλιασε και μου έδωσε το πιο γλυκό φιλί.. μοσχομύριζε! Πόσο απαλή, πόσο ζεστή, πόσο όμορφη ήταν... "Μεινετε λίγο ακόμη μέχρι να ξημερώσει.." ειπα σχεδόν ψιθυριστά.. για να μου απαντήσει ο Ρομάν.."έχει ήδη ξημερώσει αγαπη μου.. πρέπει να φυγουμε.." με φίλησε τρυφερά, και μετά η Κατερίνα.. αγκαλιά, φιλί και χαμόγελο..Εκείνη την ίδια στιγμή χτύπησε το ξυπνητήρι.. γύρισα το κεφάλι μου δεξιά προς το κομοδίνο, άνοιξα τα μάτια μου.. για λίγη ώρα αμφιταλαντευόμουν.. ήταν όνειρο ή συνέβη στα αλήθεια; Δε μπορούσα να κινηθώ.. αλλά ένιωσα το μαξιλάρι μούσκεμα κάτω από το κεφάλι μου.. έβαλα το χέρι μου.. επιασα την υγρή από τα δάκρυα μαξιλαροθήκη.. "όχι ήταν σίγουρα εδώ! Δεν κάνω λάθος" Ο επόμενος χτύπος του ξυπνητηριού με εφερε στην πραγματικότητα τα θυμήθηκα όλα... τη μετακόμιση στη Γαλλία, το τηλεφώνημα, το δυστυχημα... τον πόνο! Έκλεισα τα μάτια μου και τους έφερα για μια τελευταία φορά μπροστά μου.. μου χαμογέλασαν και οι τρεις.. με νόημα... Ηταν πια ώρα να σηκωθώ.. να μην αργήσει και το παιδί στο σχολείο..